Βασίλης Ζούλιας: Η φίλη μου πέθανε μόνη της σε ένα νοσοκομείο

Δύσκολες ώρες περνά ο γνωστός σχεδιαστής, Βασίλης Ζούλιας, ο οποίος έχασε μία πολύ καλή του φίλη από κορωνοϊό.

Όπως αναφέρει σε ανάρτησή του η αγαπημένη του Πέρσα πέθανε μόνη της, χωρίς να μπορέσει να την επισκεφθεί στο νοσοκομείο λόγω των μέτρων που ισχύουν κατά του κορωνοϊού. “Είναι αδιανόητο αυτό που συμβαίνει, αλλά συμβαίνει. Η φίλη μου πέθανε μόνη της σε ένα νοσοκομείο, χωρίς να μπορεί να την δει κανείς… Το τελευταίο γραπτό μήνυμά της…ΦΟΒΑΜΑΙ… Μετά την διασωλήνωσαν… μετά έφυγε… Έτσι απλά με συνοπτικές διαδικασίες… ΧΩΡΙΣ ΝΕΚΡΟΨΙΑ… Απαγορεύεται πλέον βάσει ειδικού νόμου” περιγράφει ο σχεδιαστής.

Την Πέρσα αποχαιρέτησε και ο Περικλής Κονδυλάτος με μια φωτογραφία και ένα μικρό κείμενο.

“Θα ήθελα να γράψω και εγώ δυο λόγια για το θάνατο της Πέρσας μας. Αυτό το «μας» ίσως παραξενέψει κάποιους μιας με την Πέρσα είχαμε μπορώ να πω μια κρύα σχέση – τουλάχιστον πριν κάποια χρόνια έως ότου χαθήκαμε. Μου είχε μείνει μια πικρή γεύση από διάφορα αλλά δεν μπορώ να παραγνωρίσω τα πολλά θετικά της. Αυτό δεν είναι επικήδειος είναι ένας αποχαιρετισμός σε μια παλιά φίλη, που θα ήθελα να τιμήσω την μνήμη της. Την Πέρσα την γνώρισα πριν από 12 χρόνια και βρέθηκα στο σπίτι της στο Λιτόχωρο. Την θυμάμαι να κλείνει τα μάτια και να φεύγει επι τόπου από το παρόν και να ταξιδεύει κάπου, δεν ξέρω που, κάπου μακριά από τον πόνο φαντάζομαι. Την θαυμάζω για πολλά, κυρίως διότι βρήκε το κουράγιο να αλλάξει την ζωή της στα 50 της, και δεν εννοώ ότι τα 50 είναι μια μεγάλη ηλικία, πάντως πολλοί λίγοι αναθεωρούν τότε και τόσο δραστικά, οπότε αυτό μάλλον την κάνει αυτομάτως ξεχωριστή. Ίσως για τον κύκλο της και τους δικούς της οι αποφάσεις της υπήρξαν αδιανόητες, νιώθω όμως ότι έκανε αυτό που ήθελε και αυτό είναι τεράστιο επίτευγμα, γιατί συνήθως οι άνθρωποι δεν κάνουν αυτό που θέλουν κάνουν αυτό που τους βολεύει. Εκείνη μάλλον ξεβολεύτηκε. Πάντα χαιρόμουν να την βλέπω και πολύ συχνά ρωτούσα τι κάνει, όπως ρώτησα 2 μέρες πριν τον θάνατο της χωρίς να γνωρίζω ότι ήταν στο νοσοκομείο. Ο θάνατος της με συγκινεί, γιατί αναγκαστικά το εγώ μου, δεν μπορεί να αναμετρηθεί με το εγώ της πλέον, και μένει μόνο η αγάπη. Ποια αγάπη? Εδώ έρχεται το «μας» που προανέφερα στην αρχή. Η αγάπη που δώσαμε όλα τα μέλη της αδελφότητας , ο ένας στον άλλο, με οποίον τρόπο ξέραμε (η δεν ξέραμε ) να το κάνουμε, και που στην προσπάθεια μας να την πάρουμε αναδρομικά (…), υπερβάλαμε η πληγώσαμε κάποιους. Σήμερα την βλέπω σαν ένα αδερφάκι της μεγάλης μας οικογένειας, όλων εμάς που δεν αγαπηθήκαμε όπως θα θέλαμε, και που όπως είπε η Λουιζ Χει, όταν είμασταν μικροί, θέλαμε να πάμε στο σινεμά και να δούμε την «Χιονάτη με τους εφτά νάνους», αλλά τελικά μας πήγαν να δούμε τον «Φρανκεσταιν». Περσα μου αντίο, θα θυμάμαι το εξωφρενικό σου χιούμορ, και, την εμμονή σου να βρεις την ουσία που δεν σε άφηνε, και δεν μας αφήνει όλους μας –ευτυχώς –να ησυχάσουμε”.