Η Αθήνα και πάλι στα ξύλινα τείχη

Γράφει ο Στέλιος Ιατρού

Σε κάμποσα γραπτά του, ο Τζωρτζ Φρίντμαν του Στράτφορ (κ.ά.) είχε προβλέψει πως η Ελλάδα στον 21ο αιώνα θα βρεθεί μπροστά στην επιλογή είτε να γίνει δορυφόρος της Τουρκίας είτε του Ισραήλ.

Όμως ακόμα και οι μεγάλοι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από αστέρια. Το γεωπολιτικό δίλημμα, εάν το μεταφέραμε στο επίπεδο των αστέρων, θα φανερωνόταν ως εξής:

Α. Η Ελλάδα ως δορυφόρος της Τουρκίας, και δι’ αυτής να περιστρέφεται στο ασθενικό Ευρωενωσιακό αστρικό σύστημα, που κέντρο της θα έχει ένα άστρο που θά ’χει στο μεταξύ καταρρεύσει σε μαύρη τρύπα. Ενδείξεις περί τούτου μας παρέχει ήδη η αυξανόμενη αδράνεια της ΕΕ που επιτρέπει στα πράγματα να εξελίσσονται βλαπτικά για τη χώρα μας, παρέχοντας κάθε ευχέρεια στην Τουρκία να οργανώσει προσαρμοστικές ανταποκρίσεις στις όλο διακηρυσσόμενες και ποτέ εφαρμοζόμενες κυρώσεις της, και

Β. Η Ελλάδα ως δορυφόρος του Ισραήλ, και δι’ αυτού να περιστρέφεται στο ακόμα ισχυρό αμερικάνικο αστρικό σύστημα, που αναζητά στις μέρες μας αξιόπιστους συμμάχους στην υπό διαμόρφωση νέα φυσιογνωμία ασφάλειας της περιοχής μας. 

Στο σύμπαν, το κλείδωμα ενός ουρανίου σώματος σε μια τροχιά συντελείται μέσα σ’ ένα κρίσιμο παράθυρο χρόνου, όταν οι χωροχρονικές θέσεις των σωμάτων είναι τέτοιες που το επιτρέπουν. Διαφορετικά, είτε το σώμα δεν εισέρχεται σε τροχιά μα εκσφενδονίζεται μακριά απ’ το βαρύτερο ουράνιο σώμα, είτε παγιδεύεται σε ανεπίστρεπτη πορεία πρόσκρουσης και συντριβής πάνω στο μεγαλύτερο ουράνιο σώμα που ξεφυτρώνει μπροστά του, και γιγαντώνει τη μάζα του ακριβώς τρεφόμενο μ’ όσα σώματα πέφτουν πάνω του.

Η πρόσφατη τριήμερη επίσκεψη Πομπέο στο πατρικό του Πρωθυπουργού στην Κρήτη δεν έχει διεθνές προηγούμενο όσον αφορά τη σπουδαιότητά της για την ουσία, τη μορφή, το περιεχόμενο, τη διάρκεια, τους τόπους των επισκέψεων, και για τους συμβολισμούς της.

Η παγίδευση της Ελλάδας στις ατέρμονες κι αναποφάσιστες διαδικασίες της ΕΕ που δεν βγάζουν πρακτικά πουθενά, κι ας μας ταΐζουν καμιά φορά με το σταγονόμετρο στηρικτικες δηλώσεις αλληλεγγύης που για να έρθουν θα πρέπει πρώτα η Τουρκία να έχει κάνει όργια στην περιοχή μας, δεν ωφελεί αλλά μάλλον σπαταλά τον εθνικό χρόνο μας, κι άμα βγάλει κάπου θα είναι πολύ αργά και πολύ λίγο, εάν δεν βγάλει ολωσδιόλου προς όφελος της Τουρκίας.

Η ΕΕ έχει επιστρέψει στη θέση — απ’ την οποία ουδέποτε έφυγε — της Οικονομικής Κοινότητας με πρώτη έμφαση να δίνει στη νομισματική γαλήνη του Ευρώ, μιας κι επιλέγει ν’ απέχει όσο πιο μακριά γίνεται από σκέψεις να διαχειριστεί το βάρος της πάνω στον πλανήτη για να καθορίσει εξωτερική πολιτική, και έτσι ν’ αρχίσει να διαμορφώνει και να ορίζει τον χώρο γύρω της. 

Αδικούμε την ΕΕ όταν της ζητάμε να κάνει πράγματα που δεν ανήκουν στη βασική της εργαλειοθήκη, και που ανήκουν μέσα στα ενδιαφέροντά της πολύ λιγότερο απ’ όσο βαυκαλιζόμαστε να νομίζουμε. 

Η υπόθεση της Αγίας Σοφίας λειτούργησε ως δείκτης, ως συμβολικό κατώφλι που όταν το διάβηκε η Τουρκία ουδεμία επίπτωση δέχθηκε, κι έτσι περίτρανα αποδείχθηκε πως *δεν* ήταν υπόθεση μήτε της Συμμαχίας των Πολιτισμών, μήτε της ΕΕ, μήτε της Δύσης και διάφορων μυθολογικών πλασμάτων, όπως της Παγκόσμιας Πολιτισμικής Κληρονομιάς: κανείς τους δεν σήκωσε ένα δαχτυλάκι να εμποδίσει αυτό που συνέβη. 

Ως παρόμοιος δοκιμαστικός δείκτης των ευρωενωσιακών προθέσεων, αντανακλαστικών, και βουλήσεων θα λειτουργήσει η τρέχουσα, δεκαήμερη τουρκική NAVTEX.

Πρωταρχική αποστολή της ΕΕ φαίνεται να είναι το να δανείζει ακόμα μεγαλύτερο κύρος και βαρύτητα στις οικονομικές σχέσεις των πεντέξι μεγαλύτερων οικονομιών της με τις εξωενωσιακές οικονομίες, κι εκεί εξαντλείται το έργο της. Πιο σημαντικά, όμως, όσο αναθέτουμε την πάσα ελπίδα μας στα χέρια της, χάνεται χρόνος απ’ τα δικά μας.

Αυτό που δηλώνει σε μας και σε άλλους η Αμερική δια της πρόσφατης επίσκεψης Πομπέο — που ομολογουμένως ήρθε πολύ αργά μέσα στην αμφιλεγόμενη Προεδρία Τραμπ — και με τις πρόσφατες ηχηρές και ξεκάθαρα αντιτουρκικές τοποθετήσεις της Εκπροσώπου του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Μόργκαν Όρταγκος και του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου, είναι η δική της απομάκρυνση από την φρικαλέα και απερίγραπτα καταστροφική πολιτική Ομπάμα για την Ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή, και τον Αραβικό Κόσμο, η οποία ανέδειξε τον Πούτιν σε διαχειριστή πεπρωμένων σε τρεις ηπείρους και την ισλαμιστική τρομοκρατία σε ψευδοκρατική υπόσταση. 

Μιλώ για την περίοδο όταν της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον προΐσταντο η Χίλαρι Κλίντον, η Σαμάνθα Πάουερ, η Βικτόρια Νούλαντ, και η Σούζαν Ράις, οι οποίες επέτρεψαν πρακτικά την αποδρομή των ΗΠΑ από τον Ειρηνικό, τη Νότια Σινική Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο, την Ανατολική Ευρώπη, όπου παρέδωσαν αμαχητί το Ντόνμπας και την Κριμαία στη ρωσική εισβολή και προσάρτηση, και κρισιμότερα, τον αχανή αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο του Μαγκρέμπ, του Σαχέλ, του Κέρατος της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Ερυθράς Θάλασσας, στην δήθεν αυθόρμητη και λαϊκή Αραβική Άνοιξη (Δεκέμβριος 2010 – Δεκέμβριος 2012) που ανέτρεψε τα πάντα στο κι επέσπευσε μείζονα προβλήματα καί για την ΕΕ, όπως οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές από Ασία και Αφρική.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, με πρωτοφανείς για την ζώσα ιστορία δημόσιες χειρονομίες συμβολικού χαρακτήρα, ενθαρρυντικές για μας, θα έλεγα, η Ουάσινγκτον ζητά επειγόντως την συναίνεσή μας στην αναβάθμιση των σχέσεών μας μαζί της, το ξαναγράψιμο εκείνου του μεταπολεμικού «επτά προς δέκα» που θα θυμούνται οι παλιότεροι, με τοπική εστία περιστροφής το Ισραήλ, η θέση του οποίου εντοπίζεται ευδιάκριτα μέσα στο τοπικό μας σύστημα ως πόλος κάθε πρόσφατης αντισυσπείρωσης κόντρα στην Ερντογανική Τουρκία, όπως φανερώνει το πλήθος των συμφωνιών κάθε λογής που το περιλαμβάνουν ως συμβαλλόμενο μέρος μαζί με άλλους παράγοντες της περιοχής, οι οποίοι ανοιχτά έχουν εκδηλώσει την πρόθεσή τους να εμποδίσουν την Τουρκοϊσλαμική επέκταση και τον Ερντογανικό Αναθεωρητισμό. 

Κατεξοχήν πρέπει να καταγράψουμε την πρόσφατη διπλωματική εξομάλυνση των σχέσεων του μουσουλμανικά σκληροπυρηνικού ουαχαμπικού καθεστώτος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που ακολουθήθηκε από ανάλογη κίνηση εκ μέρους του Μπαχρέιν, καθώς και την απολύτως πρόσφατη, των ημερών μας, επαναπροσέγγιση Ισραήλ και Λιβάνου για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ τους, στην οποία δεν αντιτάχθηκε η Χεζμπολάχ, τρομοκρατική παραστρατιωτική οργάνωση που εδώ και πέντε δεκαετίες ελέγχει κατά το ήμισυ ή και περισσότερο τον Λίβανο, μετέχει στην Κυβέρνησή του, και στηρίζεται απ’ το Ιράν. Μετά την έκρηξη στον λιμένα της Βηρυττού το περασμένο καλοκαίρι, η χώρα άνοιξε στην δυτική επιρροή και η ανατροπή αυτή δείχνει να ωφελεί το Ισραήλ, που έχει βρεθεί στον πυρήνα του διπλωματικού πυρετού που γέννησε η πολυμέτωπη τουρκική υπερέκταση πίσω από κάθε σύρραξη, αναταραχή, και αναστάτωση των ισορροπιών σε τρεις ηπείρους.

Η πρόταση των ΗΠΑ που κόμισε μαζί του ο Μάικ Πομπέο στην Ελλάδα, δεν θα ισχύει για πολύ ακόμα, γιατί η μια βδομάδα στις μέρες μας κρατά σε πυκνότητα εξελίξεων όσο μια παλαιοντολογική περίοδος. Κι έχουν ήδη περάσει δύο. Η Αμερική ορθώνει τον δεύτερο οχυρωματικό της περίβολο, που προετοίμαζε ήδη απ’ τα χρόνια του Νετσμετίν Ερμπακάν, ειδικά όμως τώρα που κατά την ανάλυσή της ανεπίστρεπτα γκρεμίστηκε ο πρώτος με την πτώση του Κεμαλισμού και την άλωση της Τουρκίας απ’ τη Μουσουλμανική Αδελφότητα διά του προέδρου-χαλίφη της, και δικό μας πεπρωμένο έλαχε πάλι να είναι το ίδιο με τόσων άλλων εποχών μας. Η νόσος που εγκαταστάθηκε στην Τουρκία έχει πλέον χτυπήσει δύο δεκαετίες και αντίθετα με την Καγκελαρία και τις παραδουλεύτρες της που κοιτάζουν ακόμα κι έτσι να διομολογήσουν επωφελείς συμφωνίες με το θηρίο, για τις ΗΠΑ έχει φανερωθεί ως χρονία, ιδιαίτερα μετά την έμπρακτη τουρκική αψήφηση των αλλεπάλληλων προτροπών της Ουάσιγκτον να μην προχωρήσει σε αγορές και δοκιμές επιθετικού εξοπλισμού απ’ το Κρεμλίνο, θέτοντας σε ρίσκο την ασφάλεια του ΝΑΤΟ.

Ελλείψει δικού μας στρατηγικού σχεδιασμού διαχρονικώς, οφείλουμε να μην χρονοτριβήσουμε κατά την αξιολόγηση του έτοιμου στρατηγικού στόχου που μας προτείνει η Αμερική, εξετάζοντας ασφαλώς εάν συμπλέει προς τα συμφέροντά μας, γιατί ο Ευρωενωσιακός αυτόματος πιλότος δεν λειτουργεί διόλου επαρκώς πια, μα εξακολουθεί ν’ αντιλαμβάνεται τις ελληνικές και κυπριακές εμπλοκές ως ενοχλητικούς λόξυγκες στις σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία, εμπόδια που η Ευρώπη πιέζει εμάς πάση θυσία να τ’ αποθέσουμε στην άκρη — γι’ αυτό άλλωστε το μασάζ του Μάας έγινε τις προάλλες σε μας και τους Κυπρίους κι όχι στους Τούρκους, διότι εμείς είμαστε που μοιάζουμε στα μάτια της Καγκελαρίας πιο εύπλαστοι, όπως είχε φανερωθεί απ’ τον ιδιωτικό διάλογο Μπορέλ-Κάρενμπάουερ — ώστε αίροντας τις αντιρρήσεις μας να επιτρέψουμε ακόμα και με δικές μας θυσίες, που ασφαλώς καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα υπογράψει, την όποια εξομάλυνση των σχέσεων συγκεκριμένων πρωτευουσών με την Άγκυρα. 

Τί είπε ο Μάας; Κατανοώ και θυμό να έχετε ακόμα, αλλά σας λέω πως μονόδρομος παραμένει να καθίσετε σε απευθείας συνομιλίες και να τα βρείτε με το θηρίο, ενώ η Καγκελαρία απέκλεισε ως απίθανη την επιβολή κυρώσεων στο πειρατικό κράτος που ταλαιπωρεί τα δύο ελληνικά κράτη μέλη της ΕΕ, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο, κι εξευτελίζοντας όλες τις υψηλές διακηρύξεις των διάφορων ποκοπίκων που κατέχουν τα κενά αξιώματα και παράγουν το απόλυτο μηδέν: Σαρλ Μισέλ, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, Γενς Στόλτενμπεργκ, Ζοζέπ Μπορέλ. Εμάς, λοιπόν, ήρθε να πείσει να συμβιβαστούμε, όχι να μας στηρίξει. Ασφαλώς έχει δικαίωμα να το πιστεύει και να το επιχειρεί, αλλά περί τίνος να μας πείσει; Να μην περιμένουμε στήριξη, πέραν της φραστικής, αλλ’ αντιθέτως μας απευθύνει προτροπές να μην εγκαταλείψουμε τις διερευνητικές, την ίδια στιγμή που πιο απερίφραστα δεν μπορούσε να του το ξεκόψει αυτό ο Έλληνας Πρωθυπουργός. Κι όμως ο Μάας τον αγνόησε, μπροστά του. 

Αυτά όλα τα πλανημένα έχουν αποτεθεί στο περιθώριο για τις ΗΠΑ, των οποίων τα think tanks και η ευσυνείδητη δημόσια υπαλληλία της που διαχειρίζεται τις εξωτερικές υποθέσεις της Υπερδύναμης βλέπουν πέρα απ’ τα λογιστικά φύλλα Excel των Ευρωπαίων, και διακρίνουν πως κι όταν ακόμα διά της φυσικής οδού εκλείψει ο Ερντογάν, οι φιλοδοξίες που εκείνος έχει εμπνεύσει δημαγωγικά στον λαό του καθώς και οι προσδέσεις του στη Ρωσία θα έχουν καταστεί η νέα κανονικότητα του Μετακεμαλισμού, αυτής της διαλεκτικής υπέρβασης του Κεμαλισμού που έσβησε γιατί δεν έπεισε τις καρδιές του λαού, ώστε ακόμα και οι διάδοχοί του να μην μπορούν να εγκαταλείψουν την τροχιά στην οποία ο νεοχαλίφης έθεσε τη χώρα του.

Η αποτυχία αυτή συνέβη διότι ο Κεμαλισμός επιχείρησε να επιβάλει έναν άλλο, νεωτερικό ιστορικό χρόνο σ’ έναν λαό που η ιδιοπροσωπία και η ψυχή του βάδιζε ακόμα σ’ έναν παλιότερο, υστερομεσαιωνικό ιστορικό χρόνο, και έτσι το πείραμα δεν απέδωσε, μα εκφυλίστηκε στην αυτοτροφοδοσία μιας μικρής ελίτ του στρατού, της διοίκησης, και του πλούτου που εξάντλησε τα μετασχηματιστικά της περιθώρια χωρίς να εμπνεύσει όραμα στον λαό.

Αυτό το κενό ήρθε και κάλυψε η Τουρκοϊσλαμική Σύνθεση και η τουρκομπαρόκ, Ερντογανική της εκδοχή, και ιδού πόσο γρήγορα και εύκολα αποδιαρθρώθηκε ο Κεμαλισμός, με την τουρκική εκατονταετηρίδα να πλησιάζει το 2023, ετοιμαζόμενη να εορτάσει όχι τον έναν αιώνα απ’ την ιδρυτική της πράξη, την αποκαθήλωση δηλαδή του Οθωμανικού Χαλιφάτου τον Μάρτη του 1923, μα την επανεγκατάστασή του, υπό τον νέο Χαλίφη του Ισλάμ, που πολύ βολικά μερίμνησε πρώτα ν’ αποκτήσει και το δικό του ζηλευτό τέμενος, την Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως.

Εμείς πρέπει να μην χρονοτριβήσουμε, γιατί η Τουρκία δεν θα περιμένει να εξοπλιστούμε με τα λιγοστά Ραφάλ και τις λίγες φρεγάτες Belharra — που καλώς θα τις αγοράζαμε εάν τις αγοράζαμε, μα κι εκεί καρκινοβατούμε — αλλά πολύ νωρίτερα, μιας και η ΕΕ λυπάται και θλίβεται, σύμφωνα με τις δηλώσεις Μπορέλ, όμως καμίαν άλλη πρακτική πρωτοβουλία δεν αναλαμβάνει για ν’ αποτρέψει μια θερμή σύγκρουση. Ειδικά για τα Ραφάλ, η Ντασώ έχει μια πολύ κακή παράδοση να καθυστερεί τις παραδόσεις των παραγγελιών που λαμβάνει, όλες εκ των οποίων προς άλλες χώρες έχουν μείνει πίσω.

Πρέπει να ενταχθούμε στην πρωτοβουλία 3+1, την ώρα που ο Ερντογάν συναντιέται κάθε τόσο μ’ εκπροσώπους της Χαμας, και ν’ αναγνωρίσουμε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, τώρα πια που και οι Άραβες παλιοί μας φίλοι δεν την αρνούνται. Οι πόρτες της αραβικής Ανατολής θα συνεχίσουν ν’ ανοίγουν για τους Έλληνες, όταν συστηθούν ως Γιουνάν, να μην ανησυχούμε γι’ αυτό.

Πρέπει να σταματήσουμε να έχουμε αυταπάτες για μια δήθεν δύναμη που ποτέ δεν θα γίνει Δύναμη και, κρισιμότερα, που όσο συνεδριάζει ατέρμονα για τα whyfors and the wheretos, δεν συμπεριφέρεται αυτήν τη στιγμή ως Δύναμη προς πρακτικό όφελός μας.

Πρέπει να στραφούμε προς τα ’κει απ’ όπου ανατέλλει ο ήλιος.

Ο Ερντογάν βλέπει πιο πέρα απ’ τη Μεσόγειο και το Ισραήλ

Σε πυρήνα κάμποσων αντιαναθεωρητικών συσπειρώσεων αναδεικνύεται το Ισραήλ το τελευταίο διάστημα, καθώς το προσεγγίζουν και συνδέονται διπλωματικά μαζί του χώρες, ακόμα και φαινομενικά εσπευσμένα, οι οποίες αναζητούν έδαφος για συμμαχίες με μια δύναμη που βλέπει ως συμφέρον της την διατήρηση του status quo.

Πλην Τουρκίας, χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και τώρα του Αραβικού Κόσμου υπογράφουν διαφόρων λογιών συνδέσεις με το Τελ Αβίβ — μήπως να λέμε Ιερουσαλήμ; — κι εξομάλυνση διπλωματικών σχέσεων μαζί του, θέτοντας έτσι βάσεις για συνεργασία σε σημαντικούς τομείς δραστηριότητας, όπως η ενέργεια, η άμυνα, και η πρωτογενής παραγωγή.

Οι κάποτε καλές σχέσεις του Ερντογάν με το Ισραήλ έχουν ξινίσει τα τελευταία χρόνια, μολονότι το Ισραήλ δεν θα είχε πρόβλημα να ξαναδεχτεί εξομάλυνση μαζί του, εάν αυτό φαινόταν ν’ αποβαίνει με απτό τρόπο σε δικό του όφελος. Ο Ερντογάν οδήγησε εκεί τα πράγματα, στο ναδίρ δηλαδή, ακόμα και απειλώντας να σβήσει το Ισραήλ απ’ τον χάρτη και ν’ απελευθερώσει την Ιερουσαλήμ, αποσκοπώντας να λεηλατήσει το σουνιτικό και γενικότερα ισλαμικό φρόνημα των μουσουλμανικών λαών της περιοχής, μέσα στη φιλοδοξία του ν’ αναδειχθεί σε νέο Χαλίφη τους, έστω και κόντρα στην δυσπιστία κάμποσων αραβικών ηγεσιών που δεν ελέγχει ή δεν έχει ακόμα ανατρέψει η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Επομένως, πίστεψε προ ολίγων ετών πως η επιδίωξή του αυτή δεν ήταν συμβατή με καλές, συμμαχικές σχέσεις με το Ισραήλ, ιστορικό εμπόδιο που δείχνουν να ξεπερνούν σήμερα ορισμένα Ουαχαμπικά κράτη του Κόλπου, όπως τα Εμιράτα και τελευταία το Μπαχρέιν. 

Στον αντίποδα, ο Ερντογάν συναντιέται κάθε τόσο με αξιωματούχους της τρομοκρατικής Χαμάς, όπως προανέφερα, και στηρίζει με αερογέφυρες και στρατιωτική βοήθεια το rogue state του Κατάρ, απ’ τον Ιούνιο του 2017, όταν του επεβλήθη θαλάσσιος και χερσαίος αποκλεισμός απ’ τ’ άλλα αραβικά κράτη του Κόλπου. Στο Κατάρ, που μαζί με το Κουβέιτ επισκέφτηκε τις προάλλες ο Τούρκος πρόεδρος, εδρεύει το Αλ Τζαζίρα, δίκτυο που έχει κατηγορηθεί απ’ τον Αραβικό Σύνδεσμο για την αποσταθεροποιητική του δράση, και που αποκάλυψε προχθές, μετά την επίσκεψη Ερντογάν στη Ντόχα, ένα απ’ τα κάμποσα σκάνδαλα στα οποία η ελληνοκυπριακή ηγεσία έχει αφρόνως μπλεχτεί τα τελεταία χρόνια για τον προσωπικό πλουτισμό της, αυτό της χορήγησης «χρυσής βίζας και χρυσού διαβατηρίου» σε εξωενωσιακούς ολιγάρχες. 

Η Κύπρος ασφαλώς θα περάσει τώρα μια περίοδο εσωτερικής πολιτειακής αναστάτωσης, όμως έχει ήδη βεβαρυμένο ιστορικό σε τέτοιες υποθέσεις, όσο επιλέγει να λειτουργεί ως φορολογικός παράδεισος ολιγαρχών, λογουχάρη Ρώσων, και ως παρακλάδι της αμαρτωλής Deutsche Bank. Αντίθετα με την Κύπρο, που καί για τέτοιες καιροσκοπικές και βαγαμπόντικες αφορμές αυτοπεριθωριοποιείται ως αναξιόπιστος εταίρος μέσα στην ΕΕ, η Ελλάδα έχει αναδείξει ένα νέο πρόσωπο απ’ το 2017 κι εξής, αποδεχόμενη τους κανόνες του παιχνιδιού και για πρώτη φορά μετά τον Ελευθέριο Βενιζέλο παίζει μ’ αυτούς μέσα στη διεθνή κονίστρα.

Τον περασμένο Ιανουάριο, ο Πρόεδρος-Χαλίφης εκφώνησε ομιλία στο Κοινοβούλιο του Πακιστάν, τασσόμενος στο πλευρό του τελευταίου στην έριδά του με την Ινδία για το Κασμίρ. Είχε προηγηθεί η κατάλυση της αυτονομίας του Κασμίρ απ’ το Νέο Δελχί, και ο Ερντογάν βρήκε έτσι την ευκαιρία να τοποθετηθεί με προκλητικά επικριτική και απειλητική γλώσσα εναντίον της Ινδίας, με όρους διπλωματικά ανοίκειους θα έλεγα, που μπορείτε να τους φανταστείτε στο ίδιο μήκος κύματος της υβριστικής ρητορικής του για Μακρόν, Κύπρο, Ελλάδα, κ.ά. 

Δεν είναι μόνο αυτή η καιροσκοπική του ομιλία που εγγράφεται στις σχέσεις σύνδεσης Τουρκίας και Πακιστάν, αλλά και το πρόγραμμα παροχής ριζοσπαστικοποιημένης, μουσουλμανικής εκπαίδευσης σε Πακιστανούς υποτρόφους σπουδαστές και μουσουλμάνους Ινδούς σε μεντρεσέδες στην Κωνσταντινούπολη κοντά σ’ ερντογανικούς ιμάμηδες, όπως και η ένταξη Πακιστανών πιλότων στην τουρκική πολεμική αεροπορία για ν’ αναπληρώσουν κενά που άφησαν πίσω τους οι φυλακισμένοι στρατιωτικοί. Προχθές είχαμε νέο πογκρόμ σε βάρος περίπου εκατό αξιωματικών, τέσσερα χρόνια μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα.

Την ίδια εποχή, ο Ερντογάν εντείνει και την αντιισραηλινή του ρητορική, κι έτσι η Ινδία, που επιχειρεί να συνδεθεί με τις ΗΠΑ και άλλες δυτικές δυνάμεις σταθερότητας, πιεζόμενη δε απ’ την Κίνα, στρέφεται και βαθαίνει τις σχέσεις της κι αυτή με το Ισραήλ, παρά την αστάθεια την οποία διέρχεται η χώρα ένεκα της κινεζικής πανδημίας και των υπόδικαστική διερεύνηση σκανδάλων Νετανιάχου. Μολαταύτα, όλοι αποδέχονται πως όταν ξεπεραστούν αυτά τα εφήμερα εμπόδια, η θεσμική σταθερότητα του Ισραήλ δεν θα έχει λαβωθεί στο ελάχιστο, κι αυτό το λέμε αξιοπιστία.

Αναθεωρητική δύναμη καί η Κίνα, προωθεί έναν πρωτοφανή στη σύγχρονη ιστορία σχεδιασμό οικονομικής ανάπτυξης και οικοδόμησης υποδομών αξίας ενός τρισεκατομμυρίου δολλαρίων κατά μήκος της Ασίας, την «Πρωτοβουλία Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» για την αναβίωση του Δρόμου του Μεταξιού, που προκειμένου να φτάσει στη Δύση θα υποχρεωθεί να περάσει μέσα απ’ την αχανή επικράτεια του μετασοβιετικού ασιατικού Ισλάμ, του ίδιου χώρου που ο Ερντογάν επιχειρεί ν’ αλώσει σπέρνοντας την Τουρκοϊσλαμική Σύνθεση και το χάος των εμφύλιων κρίσεων, όμως πολύ λίγο χρήμα. 

Η ισλαμιστική αναζωπύρωση των παθών ξεκίνησε πολύ πριν την καιροσκοπική ανάμιξη του Ερντογάν σ’ αυτήν προς το ίδιον αυτού όφελος, κι έτσι η Κίνα πολύ νωρίτερα ξεκίνησε το δικό της εσωτερικό πρόγραμμα εθνοκάθαρσης σε βάρος των μειονοτικών, μουσουλμανικών πληθυσμών της, πρόβλημα που η Δύση καταγγέλει από καιρού εις καιρόν χλιαρά, όταν κάποια δυτική ΜΚΟ εντοπίζει την ύπαρξη και καταγράφει τη λειτουργία εγκαταστάσεων φρονηματικής επανεκπαίδευσης μουσουλμάνων Κινέζων υπηκόων, που καταλήγουν ως στρατόπεδα μαζικής εξόντωσης των εγκλείστων τους. 

Θα περίμενε κανείς με την εχθρότητα που τρέφει το Πεκίνο για τους μουσουλμάνους της επικράτειάς του να σκεφτόταν τη σύμπηξη κάποιου κοινού μετώπου με την Ινδία έναντι του κοινού αντιπάλου, όμως η Ιστορία δεν πάει έτσι, γιατί η Κίνα πιστεύει πως ρίχνοντας άφθονο χρήμα και προάγοντας την οικονομική της διείσδυση θα ισοπεδώσει τον χώρο ανοίγοντάς τον μοναχή της χωρίς καμία βοήθεια. Συνάμα, οι δύο χώρες ξαναμπλέχτηκαν σε έριδες για διαφιλονικούμενα εδάφη, φορώντας έτσι αυτόν τον παλιό μανδύα στον διαφαινόμενα αναπόφευκτο ανταγωνισμό τους για το ποιός θα εκφράσει αυθεντικότερα την ασιατική οικονομική φυσιογνωμία του αιώνα μας.

Τί θέλει να πετύχει η Ινδία στρεφόμενη στο Ισραήλ; 

Πρώτον, πρόσβαση στο δίκτυο των επαφών και συνδέσεων που πετυχημένα το Τελ Αβίβ έχει οικοδομήσει τόσα χρόνια στη γωνιά του πλανήτη μας, πολύ δε περισσότερο εσχάτως, ένα πολύτιμο δίκτυο διμερών σχέσεων που πρόσθεσε κι άλλη γεωπολιτική αξία στη χώρα και στις δυνατότητές της, διότι αξία παρέχει η αξιόπιστη διμερής σύνδεση με πολλές άλλες Δυνάμεις που εξαρτούν απ’ την ευημερία σου κάποια συμφέροντά τους, κι όχι ένα νεκρό χαρτί που μιλά για θεωρητικούς κανόνες διεθνούς δικαίου και παθητικά το επικαλείται μια αποκοιμισμένη διοίκηση — που επιτέλους ξύπνησε.

Δεύτερον, αξιόπιστη πρόσβαση στο τέρμα του Δρόμου του Μεταξιού που είναι ο στρατηγικός στόχος της ανταγωνίστριας, ασιατικής Δύναμης. Να δούμε εάν θα προλάβει να χτίσει κάτι που θα σταθεί σφήνα στο μονοπώλιο που επιχειρεί να στήσει η Κίνα. Γιατί πριν την επιτυχή του ολοκλήρωση, ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο παραμένει σχέδιο.

Τρίτον, να ενισχύσει με το βάρος της κάποιες μεσογειακές Δυνάμεις που προς το παρόν αντιμάχονται την Τουρκία, η οποία δείχνει τη βούλησή της ν’ αναμιχθεί ενισχυτικά του Πακιστάν. Απ’ όσο θυμάμαι εκκρεμεί και μια ινδική παραγγελία για γαλλικά Ραφάλ, την παραγωγή των οποίων η Ντασώ καλά θα κάνει να επιταχύνει, εάν δεν έχει ήδη ακυρωθεί.

Στο πλαίσιο αυτού του ινδικού ενδιαφέροντος για προσέγγιση με τη Δύση, με τους δικούς της όρους πάντοτε, η οποία περνάει δια του Ισραήλ πρώτα απ’ την Ανατολική Μεσόγειο, δεν θα έβλαπτε να εξετάζαμε πώς εμείς θα μπορούσαμε να τους φανούμε ωφέλιμοι, ωφελούμενοι με τη σειρά μας από κείνους.

Η Τουρκοϊσλαμική Σύνθεση στην πράξη

Η «Τουρκοϊσλαμική Σύνθεση» ή «Τουρκοϊσλαμική Μεγάλη Ιδέα» (Türk-İslam sentezi και Türk-İslâm Ülküsü αντίστοιχα) ακούγεται στα δυτικά αυτιά πολλών ως μια αντίφαση, γιατί επιχειρεί να συνθέσει εθνοτική και θρησκευτική ταυτότητα σε ένα. Δεν είναι αντίφαση ή οξύμωρο. Είναι διαλεκτική υπέρβαση καί της φαντασιακής κοινότητας του έθνους και κείνης του θρησκεύματος.

Μια τέτοια δυτική ένσταση μοιάζει ν’ αγνοεί πως για αιώνες η συμμετοχή σε μια θρησκευτική κοινότητα (millet, μιλέτι) ήταν ένας απολύτως φυσιολογικός τρόπος ορισμού της κοινότητας μέσα στην αυτοκρατορία στη γειτονιά μας, προτού στη Δύση με την Γαλλική Επανάσταση η νομιμοποιητική αρχή ύπαρξης ενός κράτους περάσει απ’ τον θρόνο του μονάρχη στη βούληση ενός Έθνους.

Στον πυρήνα της, η θρησκευτική πολιτική οργάνωση παραμένει μια οργάνωση συλλογικότητας προσώπων που αναζητούν κοινά συνδετικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, ώστε να συγκροτήσουν στο εσωτερικό της μια ενότητα, ενώ παράλληλα διαχωρίζονται και περιχαρακώνονται απ’ τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες. 

Η θρησκευτική κοινότητα γεννούσε κοινοτικό φρόνημα που αναλόγως των εποχών άλλοτε ατονούσε προς όφελος ενός πολυδιασπαστικού επαρχιωτισμού, κι άλλοτε ερεθιζόταν σε κοινή δράση, παρόμοια με την εθνική ταυτότητα της νεωτερικής μας εποχής, μολονότι μιλάω για μεγέθη που επικίνδυνα απλοποιώ για λόγους συντομίας.

Στην Τουρκοϊσλαμική Σύνθεση, δεν τίθεται απαραιτήτως εμπόδιο μήτε από το σιιτο-σουνιτικό σχίσμα, με πιο πετυχημένη έκφρασή της να εντοπίζεται στο δόγμα «ένα έθνος δύο κράτη» που συνδέει το Αζερμπαϊτζάν του αιώνιου προέδρου Αλίγιεφ με την Τουρκία του νεοχαλίφη Ερντογάν. Οι Αζέροι είναι πλειοψηφικά Σιίτες, κι όμως τούτο δεν τους εμποδίζει απ’ το ν’ αυτοθεωρούνται Τούρκοι, ενστερνιζόμενοι ένα ευρύτερο κοινοτικό φρόνημα.

Αυτό το κοινοτικό φρόνημα επιχειρεί να λεηλατήσει σήμερα προς όφελός του ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετσέτ Ταγίπ Ερντογάν σε μιαν αχανή έκταση απ’ την ατλαντική ακτή του Σαχέλ μέχρι την Κίνα, και απ’ τη Σομαλία, με την οποία προχθές η Τουρκία έκλεισε νέα συμφωνία εμπορίου και κατασκευής υποδομών, μέχρι τους ριζοσπαστικοποιημένους μουσουλμάνους μετανάστες της ΕΕ, καθώς, χειριζόμενος το θρησκευτικό φρόνημα του Σουνίτη Ισλαμιστή, προσδοκά να πείσει όσους περισσότερους μπορεί πως θα ωφελούνταν να του ανοίξουν τον δρόμο στις καρδιές τους. Ομιλώ για μουσουλμάνους άλλων εθνών και κρατών που δείχνουν πρόθυμοι να ριζοσπαστικοποιηθούν αφουγκραζόμενοι τα δόγματα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και του κλίματος που με δική της επίνευση έχει δημιουργηθεί στο εσωτερικό του Ισλαμικού Κόσμου. 

Παράλληλα, ανατρέχοντας πίσω σ’ ένα φθαρμένο στερεότυπο για το πεπρωμένο του τουρκικού γένους μέσα στον Ισλάμ, ως ξίφους και ασπίδας του, ο Ερντογάν επιχειρεί ν’ αντλήσει νομιμοποίηση ανάμεσα σ’ όσα μουσουλμανικά κράτη έχουν ανάγκη την οικονομική και στρατιωτική του υποστήριξη, και συνάμα σε όσα κράτη τουρκικής εθνοτικής σύστασης άφησε ορφανά η Σοβιετική Ένωση στην Ασία και αποξένωσε η αποτυχημένη Δυτική παρέμβαση στο Αφγανιστάν.

Αυτό το κατορθώνει εδώ και δεκαπέντε χρόνια μ’ ένα πλέγμα διμερών συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου και τουρκικών άμεσων επενδύσεων στις αφρικανικές χώρες της Ζώνης του Μαγκρέμπ, της Ζώνης του Σαχέλ, της Ερυθράς Θάλασσας, και του Κέρατος της Αφρικής, που συνοδεύονται όπου παρέχεται η δυνατότητα από παραχωρήσεις στην Άγκυρα στρατιωτικών εγκαταστάσεων αεροπορίας και ναυτικού — εδώ κουμπώνει η πρόθεσή του ν’ αποκτήσει αεροπλανοφόρα. Δεν αφήνει απέξω βέβαια και τις καλές σχέσεις με το πάντοτε ριζοσπαστικοποιημένο Πακιστάν, στο πλευρό του οποίου στάθηκε τον περασμένο Φλεβάρη εναντίον της Ινδίας για την υπόθεση του Κασμίρ, ενώ εκπαιδεύει στην Κωνσταντινούπολη υπότροφους Πακιστανούς και μουσουλμάνους Ινδούς σπουδαστές σε μεντρεσέδες πλάι σε γνωστούς ριζοσπάστες ιμάμηδες.

Το πρόγραμμα των τουρκικών επενδύσεων στην Αφρική δεν είναι μεγάλο: κυμαίνεται μεταξύ 7,5 και 10 δισεκατομμυρίων δολλαρίων, τείνει ν’ αυτοχρηματοδοτείται μέσα από λεόντειες εμπορικές συμφωνίες, κατά τις οποίες τουρκικές αλυσίδες καταστημάτων λιανικής, λ.χ. η ΒΙΜ, εγκαθίστανται στην φτωχότερη αραβική ή μουσουλμανική χώρα, και καταλαμβάνουν όλον τον διαθέσιμο οικονομικό χώρο, πουλώντας τουρκικά προϊόντα σε υπερχαμηλές τιμές (dumping policy). Συνάμα, μεριμνούν να φιλοξενούν στα ράφια τους και επιχώρια προϊόντα, αλλά σε μικρότερες ποσότητες και υψηλότερες τιμές, άπιαστες για τον πολύ λαό. 

Το ισοζύγιο πολύ γρήγορα γέρνει υπέρ της Τουρκίας, όπως έγινε με το Μαρόκο που υπέγραψε τέτοια συμφωνία με τον Διάβολο απ’ το 2006, μα πολύ γρήγορα η συμφωνία τού γύρισε μπούμερανγκ, το 2014 τού κατέστη βρόχος, και τα τελευταία τρία χρόνια το Ραμπάτ αποπειράθηκε να επιβάλει δασμούς, χωρίς κανένα αποτέλεσμα, ώστε τελικά οι σχέσεις του με την Τουρκία κατακρημνίστηκαν, εξ ου και βλέπουμε πάλι το Μαρόκο να παρέχει φιλοξενία στις διαπραγματεύσεις των αντιμαχόμενων πλευρών της Λιβύης, και νά ‘χει ανακαλέσει τον πρεσβευτή του στην Τουρκία ήδη απ’ τον περασμένο Ιανουάριο. Σε ανταπόδοση, η Τουρκία προωθεί πολεμάρχους με αποσχιστικές τάσεις στο Μαρόκο, απαιτεί δε και πετυχαίνει τον Ιανουάριο τον αποκλεισμό του Ραμπάτ, όπως και της Αθήνας, απ’ την κωμικοτραγικά ανεπαρκή Σύνοδο του Βερολίνου για τη Λιβύη με οικοδέσποινα την Άνγκελα Μέρκελ.

Στον Νίγηρα, που ανήκει στη Ζώνη του Σαχέλ και στη σφαίρα επιρροής της Γαλλίας, η Τουρκία έχει υπογράψει κάμποσες εμπορικές και εξορυκτικές συμφωνίες απ’ τον περασμένο Γενάρη και ξανά στο τέλος της άνοιξης, με αποκορύφωμα την αδειοδότηση της τουρκικής επιχείρησης ορυκτών και μεταλλευμάτων να εξερευνήσει και να εξορύξει ουράνιο. Απ’ τον Νίγηρα λαμβάνει η Γαλλία το 20-30% του δικού της ουρανίου, και ο ανταγωνισμός των δύο κρατών σύντομα θα γεννήσει εξελίξεις εκεί — έτσι για να μην νομίζουμε πως ο Μακρόν πόνεσε για την Ανατολική Μεσόγειο μοναχά. 

Τα πράγματα ώθησαν τη Γαλλία του Μακρόν και τα Εμιράτα να συντονίσουν τις ανταγωνιστικές προς την Τουρκία αφρικανικές δράσεις του, όπως στην διαχείριση του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τον Πρόεδρο Κεϊτά στο Μάλι το καλοκαίρι, ο οποίος αφού συνελήθφη στις 19 Αυγούστου, διέφυγε στις 12 Σεπτέμβρη στο Άμπου Ντάμπι. Το Μάλι, που συνορεύει προς Βορρά με την Λιβυκή Σαχάρα, ήταν γαλλική αποικία, και από το 2012 συγκλονίστηκε από διαδοχικών όψεων εμφυλίους, με ανάμιξη τουλάχιστον απ’ το 2014 της Τουρκίας και του Κατάρ, που ευνόησαν την εγκατάσταση ενός κλάδου του Ισλαμικού Χαλιφάτου (ISIS) στη νότια Λιβύη και το βόρειο Μάλι, το οποίο τροφοδοτούσαν με χρήμα, όπλα, και τζιχαντιστές απ’ τη Συρία και το Ιράκ. Το χαλιφάτο ηττήθηκε καί στο βόρειο Μάλι καί στη νότια Λιβύη έπειτα απ’ τη συντονισμένη δράση της Γαλλίας στο Μάλι, των Εμιράτων και της Ρωσίας στη Λιβύη, μα και του καθεστώτος Σάραζ στην Τρίπολη το 2016 και 2017 προτού ο ίδιος μεταστραφεί προς την Τουρκία και καταστεί η θλιβερή μαριονέτα της. 

Το ίδιο πλαίσιο — αποκλειστικό εμπόριο, προνομιακές επενδύσεις, εξερευνήσεις κι εκμετάλλευση του επιχώριου ορυκτού πλούτου, και παραχώρηση στρατιωτικών βάσεων — μαφιόζικης προσέγγισης που υπογράφει ο Ερντογάν με τους αφρικανούς ηγέτες που πετυχαίνει σε οικτρή ανάγκη για ρευστό και άμεσες ξένες επενδύσεις έχει ξεδιπλωθεί καί στην Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής, μ’ επενδύσεις στο Σουδάν επί Ομάρ αλ-Μπασίρ, προτού ανατραπεί, οι οποίες κόντεψαν να ολοκληρωθούν με την παραχώρηση προς την Τουρκία μιας σημαντικής ναυτικής βάσης 4 τετρ. χλμ., κόστους μόλις 50 εκατομμυρίων δολλαρίων, αλλ’ απέτυχε η προσπάθεια έπειτα απ’ την ανατροπή του Σουδανού τυράννου, και την ορμητική, συντονισμένη οικονομική εισβολή στη χώρα από μέρους των Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας. 

Λίγες ημέρες πριν ανακοινωθεί η λιβυκή εκεχειρία μεταξύ Σάραζ και Σάλεχ (18 Αυγούστου 2020), που αποτελμάτωσε την τουρκική προέλαση προς Τομπρούκ και Βεγγάζη, η Αιθιοπία, το Σουδάν, και η Αίγυπτος ανακοίνωσαν πως έπειτα από άκαρπες παλιότερες επαφές, αποφάσισαν ξαφνικά να καθίσουν σε διαπραγμάτευση για την διευθέτηση του ζητήματος της διαχείρισης των υδάτων του Νείλου, όπου ορθώθηκε το Μεγάλο Φράγμα της Αιθιοπικής Αναγέννησης, ο ταμιευτήρας του οποίου επρόκειτο να στραγγαλίσει υδροδοτικά τις δύο άλλες χώρες, ιδιαίτερα την Αίγυπτο. Η αιφνιδιαστική πρωτοβουλία των συνομιλιών ανέτρεψε τον σχεδιασμό του Ερντογάν να βλάψει καί απ’ αυτήν την πλευρά το καθεστώς Σίσι στην Αίγυπτο, όμως φανέρωσε συνάμα πως το Σουδάν απομακρύνθηκε περαιτέρω απ’ την τουρκική επιρροή, προσεγγίζοντας την εμιρατική, σαουδαραβική, γαλλική, και ρωσική. Κοντά σ’ αυτά, το Σουδάν έκλεισε τις διόδους μέσα απ’ το έδαφός του διά των οποίων αφρικανοί μισθοφόροι περνούσαν από το Κέρας της Αφρικής στη Λιβύη του Σάραζ.

Εχθές το βράδυ, 15 Οκτωβρίου, λίγο μετά τις 23:00, ο Δρ. Γαβριήλ Χαρίτος μετέδωσε με ανάρτησή του στο Facebook πως: «Ισραηλινά ΜΜΕ επικαλούνται δημοσιογραφικές πληροφορίες ότι η Εθνοσυνέλευση του Σουδαν πρόκειται να αποφασίσει την εξομάλυνση του διπλωματικών σχέσεων της χώρας με το Ισραήλ, και μάλιστα, κατά πάσα πιθανότητα, απόψε. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η κυβέρνηση του Σουδαν συνεδριάζει απόψε εκτάκτως για το συγκεκριμένο θέμα, και εφόσον αποφανθεί θετικά, θα υποβάλει προς ψήφιση την πρόταση της στην Εθνοσυνέλευση.» 

Την εξέλιξη αυτήν την εγγράφω ομαλά μέσα στις αντισυσπειρώσεις των τελευταίων μηνών που ανατρέπουν ή παρεμποδίζουν την επέκταση της τουρκικής επιρροής στην Αφρική και τον μουσουλμανικό κόσμο κι έχουν για πυρήνα τους το Ισραήλ, καθώς διόλου τυχαία εντάσσεται με σαφήνεια — και δεν συσχετίζεται απλώς χρονικά μαζι της — στην τάση που τα Εμιράτα προωθούν σε μουσουλμανικά κράτη με νευραλγική θέση πάνω στον χάρτη του τουρκικού επεκτατισμού για εξομάλυνση των σχέσεών τους με το Ισραήλ, ως έμπρακτο δείγμα πως αυτά τα μέρη έκλεισαν πια για τον Ερντογάν.

Αντιθέτως, η τουρκική διείσδυση στη Σομαλία, τη φτωχότερη μουσουλμανική χώρα του κόσμου, απέφερε στην Τουρκία μια τεράστια ναυτική βάση, κίνηση που έλαβε απάντηση πάλι απ’ τα Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, που απέκτησαν βάσεις και χρηματοδότησαν την οικονομία στις ημιαυτόνομες περιοχές της Σομάλιλαντ και Πούντλαντ. Προχθές, νέα συμφωνία τουρκικής κατασκευαστικής επιχείρησης φιλοδοξεί να εμπεδώσει βαθύτερη ακόμα διείσδυση της Άγκυρας. 

Στ’ ασιατικά κράτη τουρκικής εθνοτικής σύστασης, η τιτάνια κινεζική πρωτοβουλία «Μία Ζώνη Ένας Δρόμος» επιχειρεί να στήσει ξανά τον Δρόμο του Μεταξιού μέσα από ’να πρωτοφανές πρόγραμμα επενδύσεων και οικοδόμησης υποδομών σε τόπους που το έχουν απόλυτη ανάγκη, ξεχασμένοι απ’ την ανήμπορη Ρωσία και την αδιάφορη Δύση, λογουχάρη με την κατασκευή δρόμων, σιδηροδρόμων, και χερσαίων λιμένων — δηλαδή τεράστιων χερσαίων εκτάσεων στη μέση του πουθενά με δίκτυα μεταφορών και αποθήκες ικανές να δεχτούν απίστευτους όγκους προϊόντων — ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολλαρίων, που η Τουρκία και το Κατάρ αδυνατούν ν’ ανταγωνιστούν ακόμα κι αν είχαν σχεδιάσει μια δική τους ανάλογη πρωτοβουλία, ακόμα κι αν έριχνε το φιλικό τους Κουβέιτ και τα δικά του κεφάλαια. Εδώ ο Ερντογάν σκοπεύει αξιοποιώντας το ιδεολόγημα της Τουρκοϊσλαμικής Σύνθεσης να κεφαλαιοποιήσει πάνω στο τουρκικό φρόνημα των Τουρκμένων, Ουζμπέκων, και Κιργιζίων, όμως το φρόνημα δεν βάζει φαΐ στο πιάτο.

Σε τούτη την περίπτωση ο σχεδιασμός του είναι να παρεμποδίσει την κινεζική διείσδυση με τον τρόπο που γνωρίζει πολύ καλά: με την τροφοδότηση και ενθάρρυνση κάθε λογής εσωτερικής αναστάτωσης, εμφυλίων, αποσχιστικών τάσεων, και γενικά σπέρνοντας χάος. Με το αδελφό Αζερμπαϊτζάν του αιώνιου Προέδρου Αλίγιεφ ήδη να ευγνωμονεί τον Ερντογάν για την στρατιωτική του υποστήριξη, και την Κιργιζία ήδη να φλέγεται, ο Ρώσος Τσάρος Βλαντίμιρ Βλαντίμιραβιτς και ο Κινέζος Πρόεδρος Ζι θα είχαν τα χέρια τους γεμάτα εάν ποτέ αποφάσιζαν ν’ αναλάβουν κάποια συντονισμένη πρωτοβουλία προκειμένου να θέσουν ένα τέρμα ή κάποιο όριο στις επεκτατικές φιλοδοξίες του Τούρκου Νεοχαλίφη, οι οποίες υπονομεύουν ευθέως τις δικές τους σφαίρες επιρροής, παλαιές και υπό διαμόρφωση. 

Το Ιράν, στο μεταξύ, εξέρχεται εξασθενημένο αυτές τις μέρες από ένα εμπάργκο εξοπλισμού του και προμήθειας πυρηνικών υλών για το πυρηνικό του πρόγραμμα, με την εκπνοή των κυρώσεων που δεν ανανεώθηκαν στο τέλος του θέρους απ’ το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, και θα δούμε πώς θα διαχειριστεί αυτήν την Τουρκοϊσλαμική επέκταση που απειλεί υπαρξιακά και το ίδιο. Σιιτικό και πως είναι, υποστηρίζει στον Καύκασο την Αρμενία. 

Η Τουρκοϊσλαμική Σύνθεση δεν είναι οξύμωρο σχήμα, αλλά συλλογιστικό παράδοξο, γιατί συνιστά ταυτόχρονα καί ζητούμενο καί δεδομένο για τον Ερντογάν, μα καί ένα εργαλείο προκειμένου να επιτύχει το ζητούμενο. Οι πραγματικότητες που ήδη γεννά, εντούτοις, η δράση του Τούρκων σ’ όλ’ αυτά τα μέτωπα είναι απολύτως απτές, και φανερώνουν πως ο καιρός που οι Δυτικοί είχαν την πολυτέλεια να εκπλήσσονται, clutching their pearls, κυλάει γρηγορότερα απ’ όσο τους ωφελεί να συνεδριάζουν ατέρμονα για ψευδοκυρώσεις που ποτέ δεν έρχονται, και που μέχρι να έρθουν, ο Ερντογάν θα έχει εξασφαλίσει νέα κεφάλαια απ’ το Κατάρ και το Κουβέιτ, μα και απ’ τις αφρικανικές του οικονομικές συμφωνίες, προσαρμοζόμενος στον άπλετο χρόνο που του δόθηκε και πάλι απ’ τους απρόθυμους εταίρους μας.

Η αναβλητικότητα μιας τεράστιας, αργοκίνητης, εθελότυφλης ευρωενωσιακής γραφειοκρατίας που νομίζει ότι μπορεί να εξυπηρετηθεί μοναχά ορθώνοντας ένα θεσμικό limes σφραγιδοϋπογραφών που θα συγκρατήσει τους βαρβάρους, καταδικάζει τη Νέα Ρώμη των ημερών μας σε μια νέα, φθίνουσα, ύστερη αρχαιότητα, κατά την οποία οι Ευρωπαίοι δεν θα πιστεύουν τα μάτια τους πόσο γρήγορα ο τρόπος της ζωής τους θ’ απειληθεί και θα σβήσει.

Οι λύσεις δίνονται εκεί που γεννιούνται τα προβλήματα, και μάλιστα προτού αυτά θεριέψουν. Όταν γιγαντωμένα φτάσουν πια μπροστά στον περίβολο της αυλής μας, τα δημόσια δεινά θα πηδήξουν πάνω απ’ τον φράχτη, και θά ’ρθουν να μας βρουν ακόμα και στην εσώτατη κάμαρα του σπιτιού μας κι αν κλειστούμε, όπως έγραφε ο Σόλων ο Αθηναίος πριν από είκοσι έξι αιώνες. 

Ζούμε σε μιαν εποχή τέλειας γεωπολιτικής καταιγίδας, και όσο στις ΗΠΑ ασχολούνται με τις φυλετικές ταυτότητες, τις δημόσιες τουαλέτες για τις αμέτρητες έμφυλες ταυτότητες, με τις αμβλώσεις, και με τις καθαιρέσεις αγαλμάτων, όσο δ’ εμείς εδώ αποθεώνουμε ψυχαναγκαστικά κοριτσάκια που μας μιλούν ωσάν αυθεντίες για υπερπολύπλοκα πράγματα που ποτέ τους δεν σπούδασαν, και όσο πανηγυρίζουμε που απαγορέψαμε τις μπατονέτες, στο τιμόνι της ΕΕ εξακολουθούν να αναδεικνύονται πρόσωπα τέτοιων περιορισμένων ικανοτήτων, ώστε να μην ξεπεράσουν με τα έργα τους την υστεροφημία που θ’ αφήσει πίσω της η Καγκελάριος Μέρκελ, όταν προσεχώς αποχωρήσει.

Ερντογάν εναντίον Αράβων

Κλιμακώνοντας την τουρκοϊσλαμική ρητορική του, ο Ερντογάν απειλεί να εξαφανίσει τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπως και το Ισραήλ. 

Οι αντισυσπειρώσεις που έχουν διαμορφωθεί την τελευταία δεκαετία και εκρηκτικά πια μέσα στο 2020 εναντίον της Τουρκίας κατέληξαν στην απανωτή υπογραφή σημαντικών συνθηκών στρατηγικής συνεργασίας, οριοθέτησης ζωνών, κι εξομάλυνσης σχέσεων μεταξύ όλων των παραγόντων της περιοχής, κατεξοχήν δε με το Ισραήλ.

Επιπλέον, δηλώνουν ανοιχτά πια, εννοώ πως οι ηγέτες βγαίνουν και το λένε expressis verbis, πως αποσκοπούν στο να παρεμποδίσουν την τουρκική επεκτατικότητα, και αντιστοίχως ανοιχτά ο Ερντογάν τους κατονομάζει ως ανταγωνιστές κι εχθρούς του, ώστε να μην επιτρέπεται σε μας ν’ αποδώσουμε τα πράγματα σε κάτι άλλο: δεν πρόκειται απλά για χρονική σύμπτωση και τυχαίο συσχετισμό. Εδώ correlation is actually causation.

Επομένως στο ερώτημα «τί κίνησε τα γρανάζια;» η απάντηση δεν επιτρέπεται να μην τοποθετήσει στον πυρήνα των αφορμών, των καταλυτών αν θέλετε για τις εξελίξεις, την κορύφωση του δεκαετούς ανταγωνισμού που σοβούσε σε Μαγκρέμπ, Σαχέλ, Ερυθρά Θαλασσα, Μέση Ανατολή, κι εκδηλώθηκε τελικά στον proxy war στη Λιβύη με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο αφύπνισε άπαντες στην νέα πιεστική τροπή που πήραν ταχύτατα τα πράγματα.

Γιατί ταχύτατα; Γιατί ο Ερντογάν πιέζεται για χρόνο και όλη η αργόσυρτη οικοδόμηση της τουρκικής επιρροής στη ζώνη αυτή απ’ το 2010 κι εξής τώρα έπρεπε να επιταχυνθεί: he’s not getting any younger. Κοντά στους βιολογικούς λόγους, η εθνική οικονομία της Τουρκίας κατρακυλά ήδη απ’ το 2018, όταν τέτοιες μέρες του Οκτώβρη αποχώρησαν απ’ τη Συρία σημαντικές αμερικανικές μονάδες, και ο Πρόεδρος Ερντογάν έδωσε την εντολή της εισβολής και κατάληψης εδαφών και βάσεων που κατείχαν νωρίτερα οι ΗΠΑ. Οι δυνάμεις του Άσαντ, των Κούρδων, και των Ρώσων τον πρόλαβαν σε πολλά σημεία, όχι όμως σε όλα.

Γιατί τόσο μένος απέναντι στους Ουαχαμπιστές της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων; 

Ο Ερντογάν δεν διαθέτει κανέναν Άγιο Τόπο μέσα στην Τουρκία. Δαμασκός, Ιερουσαλήμ, Κούφα, Μέκκα και Μεδίνα βρίσκονται σε ξένα χερια, κι αυτός ονειρευόμενος χαλιφικούς μανδύες νοσταλγεί την οθωμανική κατάκτηση της Χετζάζης (1517), που σήμερα ασφαλώς η τιμητική προστασία της ανήκει στους Σαούντ και συνιστά την νομιμοποιητική αρχή ύπαρξης του στέμματός τους.

Οι Ουαχαμπιστές των Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας θεωρούνται έτσι αυτομάτως αντίζηλοι της Τουρκοϊσλαμικής Μεγάλης Ιδέας που το νήμα της ξανάπιασε ο Ερντογάν. Ο ανταγωνισμός τους έχει εκδηλωθεί εκρηκτικά ήδη απ’ το φθινόπωρο του 2014, με την εμπλοκή του Κατάρ και της Τουρκίας στο ξεκίνημα του Β΄Λιβυκού Εμφυλίου, στο πλευρό τρομοκρατικών οργανώσεων ριζοσπαστικού ισλαμιστικού χαρακτήρα. 

Τον Ιούνιο του 2017, όταν ο Αραβικός Σύνδεσμος απομόνωσε με χερσαίο και ναυτικό αποκλεισμό το Κατάρ ως rogue state που υποστηρίζει διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις και ανατρεπτικές πρωτοβουλίες σε βάρος των άλλων αραβικών κρατών, η Τουρκία έσπευσε με αερογέφυρες να κρατήσει ζωντανό το Κατάρ, που ανταπέδωσε με πακτωλούς χρημάτων. Απεναντί τους στάθηκαν η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα, που αμέσως ενέτειναν τις παρεμβάσεις τους στην Αφρική, οπουδήποτε ο Ερντογάν έκλεινε συμφωνίες με ασθενή καθεστώτα που του παραχωρούσαν οικονομικό χώρο και στρατιωτικές βάσεις. Κατεξοχήν στο Σουδάν, τη Σομαλία, και σαφέστατα στη Λιβύη, που συνιστά πρόκριμα για όλη τη ζώνη του ευρύτατου αυτού ανταγωνισμού, στον οποίον έχει ενταχθεί και η Γαλλία, που βλέπει και δικά της συμφέροντα στην τέως αποικιοκρατική της σφαίρα επιρροής να θίγονται βαρύτατα λογουχάρη στη Σενεγάλη, τη Γκαμπόν, και κρισιμότερα στον Νίγηρα, χώρα με την οποία ο Ερντογάν έχει υπογράψει λεόντειες οικονομικές και στρατιωτικές συμφωνίες.

Αφού επομένως δεν κρύβονται εκείνοι, ανοιχτά πλεον τους απειλεί και μη κρυπτόμενος ο Ερντογάν, αδιαφορώντας για την οργή που θα γεννήσει στις ΗΠΑ όταν απειλεί τα’ «αγαπημένα παιδιά» τους στον Κόλπο. Μέχρι τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, και βλέπουμε.

Με στεναχωρεί που η ΕΕ παρακολουθεί όλην αυτήν την αποσταθεροποιητική παραβατικότητα να εκδηλώνεται θρασύτατα με απειλές πολέμου, με πολέμους, με τριβές, με με με, και μιλά ακόμα για πιθανότητα εποικοδομητικής σχέσης με την Άγκυρα. Πλάνες δεν έχει ασφαλώς η Άνγκελα, όμως φανερώνει αμηχανία όταν αντιμετωπίζει ισχυρότερους από την ίδια παίκτες. Η γερμανική ηγεσία της ΕΕ έχει εξαντλήσει τις ηγετικές τις υπηρεσίες, και τώρα δαπανά πολύτιμο χρόνο, ενώ μόλις αποχωρήσει και η Μέρκελ θα μας απομείνουν οι Σαρλ Μισέλ, Κλάους Ρέγκλινγκ, Κριστίν Λαγκάρντ, και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρόσωπα που αμφιβάλλω εάν μπορούν να συγκροτήσουν μιαν εγγύηση πως θα επιτρέψουν στην ΕΕ ν’ αρχίσει να συμπεριφέρεται ως υπερδύναμη ή έστω ως περιφερειακή δύναμη με διαμορφωτικές παρεμβάσεις και επιστασία στη γειτονιά της.

Επιτέλους τί τρέχει με την Άνγκελα;

Όταν επικρίνω τη Γερμανία, δεν είναι επειδή έχω κάποια αμείλικτη εμμονή, δεν τους βλέπω και ουρλιάζω αλλόφρων «Ναζί! Ναζί! Φονιάδες!». Αντιθέτως, είναι κατεξοχήν η χώρα που διώκει τέτοιες ιδεολογίες.

Προσεγγίζοντας τη μεταπολεμική συμπεριφορά της χώρας αυτής, και παρακολουθώντας την άνοδό της, απογοητεύομαι που αποφάσισε να παίζει μονάχα με τα Playmobil της και να μην αγκαλιάσει το υψηλότερο πεπρωμένο της σπαταλώντας το δυναμικό που κουβαλά μέσα της και μέσα στα συμφραζόμενα του χώρου και της εποχής μας.

Προσπαθώ να την ερμηνεύσω γνωστικοσυμπεριφορικά (Cognitive Behavioural Therapy). Έπειτα από το σοκ των δύο παγκόσμιων πολέμων, του Ολοκαυτώματος, και της διαδοχικής απώλειας των δύο τελευταίων Ράιχ τους, οι Γερμανοί ορκίστηκαν «Ποτέ ξανά!» και κατέστησαν εργάτες μίας μόνο προτεραιότητας: να γίνουν μια περιφερειακή δύναμη του λογιστικού φύλλου Excel, για πάντα αποκλεισμένοι μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι τους όταν ανέβουν στο καμπαναριό του χωριού τους — ένας ιδιότυπος καμπανιλισμός. Κρατούν όμως έτσι κάτω κι όσους συμπορεύονται μαζί τους στην Ένωση.

Ασφαλώς αυτά είναι και τα όρια που τους έθεσαν ευλόγως οι νικήτριες Δυνάμεις μετά το 1945, και το ίδιο συνέβη στην Ιαπωνία, η οποία όμως εσχάτως επιχειρεί να τα υπερβεί, ευρισκόμενη αντιμέτωπη με την Κίνα που έχει αποχαλινωθεί, ώστε οι γιαπωνεζικες σκέψεις αμυντικού, αποτρεπτικού επανεξοπλισμού να μην συναντά την αντίδραση των ΗΠΑ, αλλά να ενθαρρύνεται κι από πάνω, γιατί έπειτα απ’ τις καταστροφικές προεδρίες Μπους Νεότερου, Ομπάμα, και Τραμπ, φανερώθηκαν τα ελλείμματα προβολής ισχύος της Υπερδύναμης στην Ασία και τον Ειρηνικό. Οι ΗΠΑ παραμένουν μια δύναμη του Ειρηνικού, όσο κι αν ευρωκεντρικά ομφαλοσκοπούντες την αποκαλούμε υπερατλαντική.

Σ’ εποχές που ο Δυτικός Κόσμος απαιτεί ηγεσία, ειδικά το ευρωπαϊκό ημισφαίρο του Δυτικού εγκεφάλου, όσο το αμερικανικό περνά τα εγκεφαλικά του επεισόδια, η Γερμανία υπογραμμίζει σε όλους πως ναι μεν δεν αγνοεί τα θέματα, αλλά προτίθεται παθητικοεπιθετικά να παίξει τόσο by the book, που μέχρι να το διαβάσουμε το εγχειρίδιο από εξώφυλλο σ’ εξώφυλλο και να το αναλύσουμε γραμμή-γραμμή, τα προβλήματα θα έχουν θεριέψει και θα πρέπει τότε να περάσουμε σε νέους τόμους που ακόμα δεν έχουν γραφεί, και μάλιστα θα βρούμε μπροστά μας τη Γερμανία να μας υπενθυμίζει «όοοχι, δεν θ’ αλλάξετε τώρα τους κανόνες, μ’ αυτούς τους κανόνες με φτιάξατε σ’ αυτό που είμαι, εδώ θα στέκομαι να σας επαναφέρω στο εγχειρίδιο. Ανοίξτε όλοι στη σελίδα 23.»

Ιστορικά η Γερμανία αναδείχθηκε μεταπολεμικά στη Μέριλ Στριπ της ευρωπαϊκής γεωπολιτικής: έχει τρία Όσκαρς και καμιά εικοσαριά ακόμα υποψηφιότητες. Την λες άραγε την πιο πετυχημένη πρωταγωνίστρια ή την πιο αποτυχημένη;

Παράδοξο ερώτημα, δεν συμφωνείτε; Πρέπει να εξετάσουμε τί είναι επιτυχία, διότι μια υποψηφιότητα είναι μια ευκαιρία να βραβευτείς, που, όταν παραμείνει υποψηφιότητα, αυτό σημαίνει πως δεν έχει ολοκληρωθεί σ’ εκείνο που προοριζόταν: στη βράβευση. Είναι άραγε η Μ. Στριπ και η Γερμανία over- ή underachievers; Εξαρτάται από τους στόχους που έθεσαν.

Εαν συγκρίνουμε τη Μ. Στριπ με πρωταγωνίστριες του ενός Όσκαρ και βραχύβιας ακμής, τότε οι τρεις δικές της νίκες και η διαρκώς ακμάζουσα καριέρα της των περίπου 50 ετών ασφαλέστατα την φανερώνουν ως θριαμβεύτρια.

Εάν όμως εφαρμόσουμε το ψυχοπαιδαγωγικό κριτήριο βάσει του οποίου αξιολογούμε την επίδοση ενός μαθητή, τη σύγκριση δηλαδή της παρούσας απόδοσής του με τα παρελθόντα δικά του κατορθώματα εντός των συμφραζομένων των ευκαιριών που του δόθηκαν, τότε η εικόνα των επιδόσεων και της προόδου του αλλάζει.

Όπως η Μ. Στριπ, έτσι και η Γερμανία έδωσε συστηματικά σταθερής αξίας ερμηνείες στο θέατρο των ιστορικών εξελίξεων, κι ενώ ανέτειλλαν και έδυαν ανταγωνίστριες, εκείνη παρέμενε με την υψηλή της ποιότητα σχεδόν πάντοτε μέσα στις πέντε πρώτες υποψήφιες των γεωπολιτικών Όσκαρς. Έδωσε και κάποιες άριστες ερμηνείες. Όμως σ’ επιμέρους αναμετρήσεις της, κι ενώ ήταν σταθερά ανώτερη, αποδείχθηκε κατώτερη. Σ’ επιμέρους αναμετρήσεις, που είναι περισσότερες απ’ τις νίκες της, ηττήθηκε, γιατί η δική της κρίθηκε ανεπαρκής έναντι μίας άλλης επίδοσης.

Αυτό που συμβαίνει με τη Γερμανία, και την ψέγω γι’ αυτό, είναι πως αυτοπαρεμποοδίζεται και δεν λύνει κανένα πρόβλημα με το οποίο καταγίνεται, ειδικά η Άνγκελα Μέρκελ. 

Διαχειριζόμενη βάσει του θεσμικού εγχειριδίου κάθε πρόκληση, επιλέγει να την κουκουλώνει για λίγο και να μην την επιλύει. Δεν γεννά πια Ιστορία, δεν αποδίδει επαρκές έργο παρά την δαπανώμενη ενέργεια και την εφαρμοζόμενη δύναμη, κι αυτό το έργο δεν μεταβάλλεται πάνω στη γραμμή του χρόνου: αυτό το μέγεθος το λέμε ισχύ.

Συνήλθε άραγε πραγματικά η ΕΕ απ’ την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008; 

Εγώ εκτιμώ πως όχι, διότι αυτό φανέρωνε μέχρι την πανδημία η εξακολούθηση του πρακτικά ανέφικτου δόγματος της δημοσιονομικής αυτοσυγκράτησης όλων των ευρωενωσιακών χωρών. Μετέθεσε στο απώτερο μέλλον την αποπληρωμή των χρεών της, και οι πραγματικά μεγάλοι ασθενείς, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, και η ίδια η Γερμανία, προσποιούνται πως τακτοποίησαν σε άλλα ράφια όσα τους είχαν φέρει σε δύσκολη θέση.

Έλυσε άραγε την υπόθεση της Λιβύης, δηλαδή την κορυφή μονάχα των ιστορικών, γεωπολιτικών τεκτονικών μετατοπίσεων που συμβαίνουν στο Μαγκρέμπ, στο Σαχέλ, στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο, με τη δράση του τρομοκρατικού και μαχητικού Ισλάμ, με την αύξηση των μεταναστευτικών ροών από Αφρική και Ασία, με την αχαλίνωτη συμπεριφορά των rogue states και των αναθεωρητικών Δυνάμεων (Ρωσία, Τουρκία, Κατάρ, Κίνα); 

Όχι βέβαια. Η πρόσφατη εκεχειρία Τρίπολης-Τομπρούκ επετεύχθη με την παρέμβαση των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Γαλλίας, και των Εμιράτων υπό την απειλή αιγυπτιακής εισβολής, ενώ η διαβόητη Σύνοδος του Βερολίνου όπου η Μέρκελ εξάντλησε τη διπλωματία της τον περασμένο Γενάρη, στην οποία Μαρόκο και Ελλάδα επιδεικτικά δεν προσκλήθηκαν έπειτα από απαίτηση του Ερντογάν, δεν έλυσε τίποτα, παρά έστησε έναν μηχανισμό-τραγέλαφο τάχα εποπτείας κάποιου δήθεν εμπάργκο όπλων και εξωτερικής ανάμιξης, εξαιτίας των ανεπαρκειών του οποίου η Τουρκία εξακολούθησε ανενόχλητη να εγκαθιστά τη στρατιωτική της παρουσία στη Λιβύη, να κατάγει νίκες, και ν’ ανατρέπει ισορροπίες, κοντεύοντας να διαλύσει το ΝΑΤΟ, όταν ταπείνωσε τη γαλλική φρεγάτα, κι όταν παρά τις διαμαρτυρίες Μακρόν η Μέρκελ και ο ιλαρός Γενς Στόλτενμπεργκ ανέπεμψαν το ζήτημα στις ελληνικές καλένδες, δίνοντας στον Γάλλο πρόεδρο τα μούτρα του σαν κιμά σε μια επάργυρη πιατέλα.

Με τον διαρκή κατευνασμό της προς Ρωσία και Τουρκία, που μασκαρεύεται σε διγλωσσία αφενός περί έντονης ανησυχίας της και σ’ ευρωενωσιακή εξάντληση στην εφαρμογή ανεπαρκών προσωποποιημένων κυρώσεων, αφετέρου δε στην διατήρηση προνομιακών διμερών σχέσεων μαζί τους, η Γερμανία μοιάζει να συμπεριφέρεται με ασυνεπείς τρόπους που εγγράφονται ομαλά μέσα στην παραλυτική αφοσίωσή της στο να μην δείξει καμία φαντασία και ν’ αποφύγει να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα δυναμικά, προκειμένου να μην κινήσει αντιηγεμονικά αντανακλαστικά στους εταίρους της. 

Κάτι τέτοιο όμως δεν το έχει αποφύγει, γιατί φέρεται με αδιάλλακτη σκληρότητα στους ασθενέστερους εταίρους της, λησμονώντας όσα εκείνοι συγχώρεσαν σε κείνην, ενώ η ίδια bends over backwards προκειμένου να εξυπηρετήσει τις πάγιες προτεραιότητές της απέναντι σε δόλιους συνομιλητές όπως η Ρωσία, η Τουρκία, και τώρα η Κίνα. Αξιοποιεί μεν το βάρος της ΕΕ για να στηρίξει τις δικές της προτεραιότητες, αλλά εκεί που οι εταίροι ζητούν το αυτό από την Ένωση για τους ίδιους, η Καγκελαρία χρονοτριβεί, αναβάλλει, και ευθέως παρεμποδίζει.

Ψέγω τη Γερμανία γιατί δαπανά τις ευκαιρίες της αποδίδοντας καλά αλλά όχι άριστα, αρνούμενη να καταστεί υπερδύναμη, αρνούμενη ν’ αφήσει και την ΕΕ να φερθεί ως υπερδύναμη, και παθητικοεπιθετικά συμπεριφέρεται ως τέτοια εκεί που την ευνοεί, απέναντι στους ασθενέστερους, ενώ απέχει απ’ αυτόν τον ρόλο εκεί που θα ευνοούσε τους εταίρους της.

Διότι δεν λύνει αλλά κουκουλώνει τα προβλήματα, πάντοτε μεριμνώντας για τα δικά της συμφέροντα με τρόπο που δεν ευνοεί πραγματικά κανέναν εταίρο της συνάμα, κι έτσι καθηλώνει και την ΕΕ.

Διότι δεν παρέχει κάποιο όραμα για την ΕΕ και τον Δυτικό Κόσμο που να διαφέρει διαλεκτικά απ’ το εξαντλημένο, μεταψυχροπολεμικό αμερικάνικο περί ασφάλειας έναντι προκλήσεων που η ίδια η Δύση τροφοδοτεί είτε διά πράξεων είτε διά παραλείψεών της.

Διότι φαίνεται πως κάνει κάτι ενώ εξαντλώντας τα χρονικά περιθώρια κάνει λιγότερα απ’ όσα θα επαρκούσαν ή θ’ απαιτούνταν απ’ τις περιστάσεις. Έτσι ξοδεύεται ο κρίσιμος πόρος του χρόνου, θεριεύουν τα προβλήματα, και κανείς πια δεν μπορεί να λύσει εγκαίρως κι επωφελώς το πρόβλημα με ειρηνικά μέσα. Απλά να το μπαλώσει για μερικούς μήνες μέχρι την επόμενη κρίση.

Διότι εξαντλώντας αναβλητικά τα περιθώρια της διπλωματίας σε καταδικασμένες συνόδους με αναξιόπιστους συνομιλητές, εθελοτυφλώντας μάλιστα κόντρα στην πραγματιστική γερμανική παράδοση, εξαντλεί την αποδοτικότητα της διπλωματίας σε διακοσμητικές χειρονομίες, οδηγώντας μονοδρομικά σε θερμές εναλλακτικές που δεν είναι λύσεις. Η ίδια βέβαια θα έχει στο μεταξύ φανερωθεί ως αρχόντισσα της ειρήνης και παίκτρια πιστή στο εγχειρίδιο των κανόνων.

Εξαντλείται ποτέ η διπλωματία; Θεωρητικά όχι, αλλά ψυχοσυμπεριφορικά, όσο τροφοδοτούμε θετικά μια παραβατική συμπεριφορά τόσο την ενθαρρύνουμε κι εκείνη διαιωνίζεται, καζαντίζει, και εγκαθίσταται σ’ ακόμα πιο στέρεες ρίζες, ώστε ο επόμενος διπλωματικός κόπος ν’ απαιτεί ακόμα μεγαλύτερη δαπάνη προκειμένου ν’ αποδώσει. Και ποιός διαθέτει ανεξάντλητους διπλωματικούς πόρους; Πώς ανατρέπει κανείς διπλωματικά το δυσμενώς πια διαμορφωμένο πεδίο και τις ισορροπίες που αφέθηκαν να τροποποιηθούν έτσι ώστε να ευνοούν τον παραβατικό συνομιλητή; Δύσκολα.

Την ψέγω γιατί δεν αφήνει και κανέναν άλλον να μοιραστεί μαζί της το τιμόνι, συνταγή μελλοντικής αρπαγής του τιμονιού απ’ τα χέρια της.

Πώς περιμένουμε να κινηθεί η Τουρκία;

Ας το εξετάσουμε απλά και συμπεριφορικά.

Ποιό εργαλείο επιλέγει στατιστικά η ερντογανική Τουρκία για όλες τις γωνιές της γειτονιάς της, προκειμένου να οικοδομήσει ευνοϊκές για την ίδια πραγματικότητες;

Την στρατιωτική επέμβαση διαφόρων θερμών και θερμότερων κλιμάκων.

Πιστεύει κανείς ειλικρινά πως ειδικά για την Ελλάδα η Τουρκία θα εμπιστευτεί κάποιο άλλο εργαλείο;

Αναρωτιούνται οι ΕΕ εταίροι μας: μα πώς κάνετε έτσι, για να δούμε μέχρι τον Δεκέμβρη, πού θα το πάει το πράγμα;

Εάν μιλούσαμε για έναν άνθρωπο, η ψυχολογική του προσέγγιση θα κοίταζε ποιά ήσαν σταθερά τα μοτίβα της συμπεριφοράς του, η βία δηλαδή, και ποιές οι πρώτες του καταφυγές κάθε φορά που βρέθηκε σε δυσμενείς περιστάσεις, οι εντάσεις, και έτσι θα γνωρίζαμε τί κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν και η προσεχής, μελλοντική του καταφυγή. Όχι πάντως η διαλογική συνεννόηση. Όχι τα λόγια, μα η επί του πεδίου παραγωγή ισχύος διά των πράξεων και των τετελεσμένων, με το τραπέζι της διαπραγμάτευσης να προσεγγίζεται μετά τα γεγονότα. Ειδικά για την επί του πεδίου αναμέτρηση λαμβάνουμε απερίφραστες διαβεβαιώσεις με τις δηλώσεις του ίδιου του Ερντογάν, που μεταχειρίζεται αυτήν ακριβώς τη φρασεολογία, ώστε να μην είναι εύλογο να τις αγνοήσουμε.

Όπως έχουν τα πράγματα, στην Τουρκία έχουμε το εξής σκηνικό:

Η στρατηγική προτεραιότητα της αναθεώρησης του status quo στην περιοχή δεν έχει μεταβληθεί εδώ και δεκαετίες. Αυτά που έχουν μεταβληθεί είναι:

Α. η διαλεκτική υπέρβαση του Κεμαλισμού και του Εθνικού Όρκου ως τροφοδοτικής ενέργειας πίσω απ’ την εσωτερική νομιμοποίηση του τουρκικού αναθεωρητισμού, με την ενσωμάτωση του περιεχομένου του Όρκου εντός της Τουρκοϊσλαμικής Σύνθεσης, η οποία παρέχει νέα εργαλειοθήκη, νέα, ευρύτερα περιθώρια και διαστάσεις στην τουρκική δράση και τις συμμαχίες της

Β. ο σχεδιασμός για τον καταιγιστικό ρυθμό, την θερμή ένταση, και την πρωτόγνωρη υπερέκταση των πρωτοβουλιών της χώρας, που εφαρμοζόμενες την οδηγούν πλησιέστερα στην επίτευξη της προτεραιότητάς της

Γ. η σειρά της πάγιας βαθμιδωτής στοχοθεσίας της, με την προσθήκη νέων επιμέρους στόχων, οι οποίοι συνιστούν μεν ρίσκα αλλά αποφέρουν και οφέλη

Δ. η προσωποκεντρική εξουσία που αντικατέστησε τα πρότερα κέντρα αποφάσεων του Κεμαλικού καθεστώτος — σε τούτο μας θα μας ήταν τουλάχιστον ωφέλιμη και μια ψυχολογική προσέγγιση του ηγετικού φαινομένου στην Τουρκία των ημερών μας.

Αυτές οι μεταβολές, και άλλες που μπορεί κανείς αναλυτικότερα να καταγράψει, δεν μας εμποδίζουν όμως απ’ το να γυρίσουμε πίσω στα βασικά: πουθενά και ποτέ κατά το μεταπολεμικό παρελθόν της και το ερντογανικό της παρόν δεν εξάρτησε ο τουρκικός αναθεωρητισμός την προσέγγιση των στόχων του πρωτογενώς απ’ την διαπραγμάτευση. Το εργαλείο στα χέρια της ήταν πάντα η ισχύς που η ίδια γεννούσε στο πεδίο. Διαπραγματεύσεις μεν καταγράφονται και επαφές, αλλά προσχηματικές ή δευτερογενώς, έπειτα από στρατιωτικές επεμβάσεις που η Δύση ουδέποτε ασχολήθηκε σοβαρά ν’ ανατρέψει. 

Επομένως, si vis pacem, para bellum, γιατί και τώρα εάν προκύψει δυσμενής για εμάς έκβαση στο πεδίο της στρατιωτικής ισχύος, που υπήρξε η σταθερή καταφυγή της Τουρκίας στη ζώσα μνήμη, η Δύση θα πιέσει εμάς να υπογράψουμε μιαν ανακωχή και όχι εκείνους ν’ αποσυρθούν απ’ τα κεκτημένα τους. 

Τόσο για την Τουρκία όσο και για την Δύση αυτό είναι που προκύπτει μέσα απ’ τις πρόσφατες συμπεριφορικές εκδηλώσεις τους, για τις οποίες πρέπει επιτέλους να παραδεχτούμε μ’ ενήλικη ωριμότητα ότι υπηρέτησαν τις πάγιες προτεραιότητες εκάτερης. Έτσι έκανε η Δύση κι έτσι έκανε η Τουρκία, γιατί έτσι υπηρετούσαν τις προτεραιότητές τους. 

Εφόσον δεν διαθέτουμε επαρκή τεκμήρια πως οι προτεραιότητες εκάτερης πλευράς, Δύσης και Τουρκίας, έχουν αλλάξει άρδην, δεν φαίνεται και εύλογο να προσδοκά κανείς ρηξικέλευθες μεταβολές και στο modus operandi τους στο παρόν και το προσεχές μας μέλλον.

Στο μεταξύ, η Τρίπολη μας προσκάλεσε σ’ οριοθέτηση ΑΟΖ

Συζητούσα προ δυο εβδομάδων με τον φίλο Γιάννη Χαραλαμπίδη, που παρουσιάζει τη ραδιοφωνική εκπομπή Αναλύσεις στον ΣΚΑΪ Κρήτης (κάθε Κυριακή 10-12), για την πρόταση του Λίβυου Υπουργού Εξωτερικών να οριοθετήσουν η Μάλτα και η Ελλάδα θαλάσσιες ζώνες, ΑΟΖ δηλαδή, με την Τρίπολη. Κάτι έχει κάνει πολύ καλά ο Νίκος Δένδιας όλο αυτό το διάστημα, απ’ τη στιγμή που απελάσαμε τον Λίβυο πρεσβευτή μετά την υπογραφή του παράνομου Τουρκολιβυκού Μνημονίου, τον Νοέμβρη του 2019. Τα ερωτήματα είναι δύο:

  1. Ν’ αξιοποιήσει άραγε η Ελλάδα την πρόσκληση του Λίβυου Υπ. Εξ. του Εκτελεστικού Συμβουλίου της Τρίπολης περί οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με την Μάλτα και τη χώρα μας; 
  2. Τί σημαίνει η δήλωση του πως ανακαλούνται όλες οι παραχωρήσεις θαλάσσιων τεμαχίων συνάμα με την εντολή ν’ αποστούν από έρευνες και γεωτρήσεις οι εταιρείες που ήδη τις έλαβαν (λ.χ. ΒΡ, ΕΝΙ, ΕΧΧΟΝ);

Πρώτον, συμφωνήσαμε με τον Γιάννη πως το δεύτερο, αυτή η απαγόρευση σχετικά με τα τεμάχια, είναι η οριστική απάντηση της παρούσας, υπηρεσιακής κυβέρνησης της Τρίπολης στις πολύμηνες πιέσεις του Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν (στο εξής ΡΤΕ) προς το Εκτελεστικό Συμβούλιο Σάραζ να ορίσει και να παραχωρήσει θαλάσσια οικόπεδα στην Τουρκική Πετρελαϊκή Ανώνυμη Επιχείρηση (Türkiye Petrolleri Anonim Ortaklığı, στο εξής ΤΡΑΟ που προφέρεται /τπάο/ κι όχι /τράο/ όπως την προφέρει γνωστός γεωστρατηγικός αναλυτής σε κανάλια και ραδιόφωνα, έλεος κάπου). 

Οι πιέσεις του ΡΤΕ εδράζονταν πάνω στο παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο του Νοέμβρη του 2019, δυνάμει του οποίου η Άγκυρα σκόπευε να στραγγαλίσει τα ελληνικά συμφέροντα στην ελληνολιβυκή θάλασσα, εκείνα που είχαν πρώτη φορά επισήμως οριστεί με τον ν. 4001/2011 του Γιάννη Μανιάτη (ΠΑΣΟΚ, νυν ΚΙΝΑΛ). Το μνημόνιο αυτό, που είχε σταλεί ήδη απ’ τον Μάρτη και αναρτήθηκε στον ΟΗΕ έπειτα από ασυνήθιστη καθυστέρηση προ ολίγων ημερών, αν και ουδέποτε έχει επικυρωθεί απ’ το Λιβυκό Κοινοβούλιο των 200 εδρών του Αγκίλα Σάλεχ στo Τομπρούκ ούτε και απ’ το Ύπατο Συμβούλιο της Τρίπολης (συμβουλευτικό και νομοθετικό σώμα 145 εδρών στο πλευρό του Σάραζ), δεν το εφάρμοσε ποτέ ο Σάραζ, προκαλώντας την αγανάκτηση του ΡΤΕ, η οποία εκδηλώθηκε με απανωτές επισκέψεις του Τούρκου Υπ. Εξ και του Τούρκου Υπ. Άμυνας στη Λιβύη, με την οργάνωση διαδηλώσεων στην Τρίπολη δήθεν εναντίον της διαφθοράς του Εκτελεστικού Συμβουλίου, με την συνωμοτική οργάνωση πραξικοπήματος ανατροπής του Σάραζ, με πρωτεργάτη τον Υπ. Εσωτερικών του, που απολύθηκε, επισκέφτηκε την Τουρκία για νέες οδηγίες, επέστρεψε στη Λιβύη, και ξαναδιορίστηκε, αλλά τώρα πληροφορήθηκε πως η Κυβέρνησή του παραιτείτο, και με τις δύο πρόσφατες, βλοσυρές, νυχτερινές συναντήσεις Σάραζ-ΡΤΕ στην Κωνσταντινούπολη. Η δήλωση του Λίβυου Υπ. Εξ. και συνακόλουθα του προέδρου του Πετρελαϊκού Οργανισμού της χώρας για τα θαλάσσια τεμάχια μοιάζει να πλήττει σήμερα και τις δυτικές εταιρείες που είχαν εξασφαλίσει οικόπεδα, όμως εύλογα περιμένει κανείς πως σε κείνες μάλλον θα επιστραφούν τα κεκτημένα τους στο μέλλον, ενώ στην ΤΡΑΟ δεν παραχωρήθηκε ακόμα τίποτα, γιατί το Εκτελεστικό Συμβούλιο ακύρωσε το πάρτυ προτού ο μικρός Ρετσέπ λάβει την πρόσκληση, κι ας φανεί πως έβλαψε έτσι και τους λοιπούς καλεσμένους.

Δεύτερον, το πρώτο ερώτημα είναι το πιο ακανθώδες.

Η θέση μου είναι πως το Εκτελεστικό Συμβούλιο της Τρίπολης, που ορκίστηκε τον Μάρτη του 2016, διαθέτει διαρκώς φθίνουσα νομιμοποίηση. Ας μην γελιόμαστε: η μόνη νομιμοποίηση που διαθέτει προέρχεται απ’ την παλαιά του αναγνώριση εκ μέρους διεθνών οργανισμών και Δυνάμεων (ΟΗΕ, ΕΕ, ΗΠΑ, κ.ά.), η οποία όμως είχε πεπερασμένη διάρκεια, όπως και πεπερασμένη ήταν η θητεία του που έχει πλέον λήξει. Συνάμα, οι παράνομες συνεννοήσεις του με την Άγκυρα που αποκρυσταλλώθηκαν στο προβληματικό και παράνομο μνημόνιο καθώς και στην στρατιωτική και οικονομική του εξάρτηση από τον ΡΤΕ, μας είχαν εδώ στην Αθήνα υποχρεώσει να καταγγείλουμε τόσο τη νομιμότητα του μνημονίου όσο και του Εκτελεστικού Συμβουλίου ως διεθνούς νομικού παραστάτη της χώρας, ώστε σήμερα να καθίσταται προβληματική μια Αθηνο-Τριπολιτανή προσέγγιση· πότε άραγε θα ήταν νομικά άκυρο ένα μνημόνιο με την Τρίπολη: τότε που το υπέγραφαν οι Τούρκοι ή τώρα που θα το υπογράφαμε εμείς μαζί της;

Περαιτέρω, το ρίσκο που θ’ αναλάμβανε η Αθήνα προσερχόμενη σε συνεννόηση οριοθέτησης ΑΟΖ με τη Λιβύη θα ήταν να καταφέρει, αξιοποιώντας την ανάγκη της Τρίπολης να λάβει ευρωενωσιακή εμπιστοσύνη με τις υπογραφές Ελλάδας και Μάλτας, να κλείσει μια state-of-the-art συμφωνία, όπως εκείνη με την Αλβανία του Απριλίου του 2009, η οποία έπειτα από τουρκική δωροδοκία του τότε αντιπολιτευόμενου Έντι Ράμα εστάλη απ’ το Κοινοβούλιο των Τιράνων στο επίσης δωροδοκημένο Συνταγματικό Δικαστήριο της γείτονος, κι εκεί απερρίφθη κατά τουρκική υπόδειξη. Ρισκάρουμε δηλαδή να κλείσουμε μια συμφωνία με μιαν αμφίβολης νομιμοποίησης κυβέρνηση, το περιεχόμενο της οποίας το Κοινοβούλιο του Τομπρούκ δεν θα είχε λόγο ν’ αναγνωρίσει και να επικυρώσει, πολύ δε περισσότερο μια μελλοντική κυβέρνηση της Λιβύης θα απέρριπτε, γιατί θα ήταν προϊόν θεσμικής ανωμαλίας, δεν θα ήταν δικό της έργο, και εάν το αποδεχόταν όπως είχε, τούτο θα ισοδυναμούσε με αποδοχή όλων των εξαρτήσεων της θνήσκουσας Τρίπολης του Σάραζ ως και δικών της δεσμεύσεων. Θα χάναμε δηλαδή μια καλή συμφωνία και θα έπρεπε να συμβιβαστούμε με κάτι μάλλον χειρότερο, διαπραγματευόμενοι με τη νέα κυβέρνηση μια νέα συμφωνία. 

Επομένως, κατά την εκτίμησή μου μας παρέχονται τρεις διέξοδοι:

Α. Να μην διαπραγματευτούμε με την υπηρεσιακή πλέον κυβέρνηση Σάραζ και του διαδόχου του, για λόγους νομιμοποίησής της και λόγους ρίσκου ανατροπής της συμφωνίας είτε απ’ το παρόν Κοινοβούλιο του Τομπρούκ είτε από μελλοντικό Κοινοβούλιο ή καταγγελίας της από μελλοντική Κυβέρνηση. Έτσι όμως θ’ αφήναμε μιαν ευκαιρία να περάσει αναξιοποίητη. Ευκαιρία για τί πράγμα; Δεν είναι απαραίτητο μια ευκαιρία να παρέχει χώρο μονάχα για μία και μόνον προτεραιότητα. Δεν είναι απαραίτητο το άνοιγμα της Τρίπολης να αξιοποιηθεί για την προτεραιότητα που εξυπηρετεί την Τρίπολη, όπως την πρότεινε ο Υπ. Εξ. της. Η ευκαιρία θα ήταν για κάτι άλλο, βλ. σημείο Β.

Β. Να φανεί πως προσερχόμαστε σε διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Σάραζ και με τον υπηρεσιακό διάδοχό του απ’ το τέλος του Οκτώβρη μέχρι τον Μάρτη του 2021, όταν και προβλέπονται εκλογές (οψόμεθα βέβαια) στην πρόσφατη εκεχειρία και στις ήδη κάμποσες συνομιλίες των πλευρών στο Μαρόκο, με προτεραιότητά μας να θέσουμε ως προϋπόθεση την εκ μέρους τους καταγγελία και απαλοιφή του τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019. Η προσέγγιση αυτή θα ξεκινούσε με την άδηλη βούλησή μας να μην προκύψει τελική συμφωνία όσο ακόμα δεν έχει προκύψει ενιαία Κυβέρνηση στη Λιβύη, αλλά σαν πρώτο βήμα να αποκτήσουμε εκ νέου πρόσβαση στην Τρίπολη, που ορθώς διακόψαμε απελαύνοντας τον πρεσβευτή της στην Αθήνα μετά την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου, και έτσι να δώσουμε οριστικό χτύπημα εκ των λιβυκών έσω στο παράνομο μνημόνιο.

Γ. Να ξεκινήσουμε διαπραγματεύσεις και να καταλήξουμε σε συμφωνία οριοθέτησης χωρίς να περιμένουμε νέα λιβυκή κυβέρνηση και κοινοβούλιο τον Μάρτη ή όποτε επιτρέψει ο Θεός. Το ρίσκο είναι τότε διπλό: 

(α) να μας καταγγείλει η Τουρκία πως προβαίνουμε σε προκλήσεις και ν’ αποχωρήσει από τις διερευνητικές επαφές της μαζί μας, που αφορμή ψάχνει να μας ρίξει ευθύνες. Εδώ οφείλουμε να ζυγίσουμε εάν θα μας νοιάξει κάτι τέτοιο συγκρινόμενο με το προσδοκώμενο όφελος απ’ την απαλοιφή του τουρκολιβυκού μνημονίου, που εκείνο ξεκίνησε όλην την περιπέτειά μας.

(β) να κλείσουμε μια λεόντειο συμφωνία, πάντοτε με το Διεθνές Δίκαιο ανά χείρας, απ’ την οποία μια μελλοντική κυβέρνηση ή ένα μελλοντικό κοινοβούλιο ή ένα μελλοντικό συνταγματικό δικαστήριο δωροδοκούμενο θα μπορούσε να υπαναχωρήσει, βλ. σημείο Β.

Ρίσκα βέβαια υπάρχουν πάντοτε, είτε κάτσεις στ’ αυγά σου, όπως κάναμε δεκατείες τώρα, είτε όχι.

Considering all foregoing, η πρότασή μου είναι να μην συνάψουμε τώρα συμφωνία οριοθέτησης με την υπηρεσιακή κυβέρνηση της Τριπολης που ενδεχομένως θα μας αποξένωνε κι απ’ τις σχέσεις μας με τους Χάφταρ (Βεγγάζη) και Σάλεχ (Τομπρούκ), αλλά να μην αγνοήσουμε και την πρόταση του Λίβυου Υπ. Εξ., γιατί όποιο έδαφος σου παραχωρείται πίσω από όποια χαραμάδα σου ανοίγεται οφείλεις να το εξετάσεις και να το αξιοποιήσεις υπέρ κάθε λογής προτεραιοτήτων σου. Το σημείο Β περιγράφει κατά την εκτίμησή μου καλύτερα τον τρόπο με τον οποίον, πάντοτε με την ευλόγως αναμενόμενη ρευστότητα, μπορούμε να υπηρετήσουμε προτεραιότητες και συμφέροντά μας.

Τέλος, μια σημείωση για τον αριθμό 12 στα ναυτικά μίλια

Όταν ακόμα καταγράφονταν τα εύλογα όρια των θαλάσσιων ζωνών στις διεθνείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση της Γενεύης του 1958 και η UNCLOS του 1982 που προετοιμαζόταν απ’ τη δεκαετία του ’70, τα 12 ναυτικά μίλια θεωρούνταν ακόμα γενικά ως μια απόσταση ασφαλείας απ’ το βεληνεκές συμβατικών κανονιών των περισσότερων πολεμικών στόλων του πλανήτη, όμως και τότε ακόμα προστέθηκε η συνορεύουσα ζώνη των επιπλέον 12 ν.μ., ώστε να παρασχεθεί μια ακόμα ελάχιστη αίσθηση ασφάλειας. Στην πράξη, ήδη από πολύ νωρίτερα τα 12 ν.μ. ήσαν παρωχημένα απολιθώματα ναυτικής παράδοσης του Μεσοπολέμου.

Πολύ γρήγορα οι οπλικές, πυραυλικές πλέον δυνατότητες στις οποίες ακόμα και ελάσσονες ναυτικές δυνάμεις απέκτησαν πρόσβαση μέσω μέτριων εξοπλιστικών προγραμμάτων ξεπέρασαν παρασάγγας τις ελάχιστες αυτές μέριμνες ασφάλειας των 24 ν.μ., και σήμερα οι περισσότερες παράκτιες δυνάμεις διαχειρίζονται άτυπα τις ΑΟΖ τους ως τον νέο χώρο της εθνικής τους κυριαρχίας, ευθύνης, και εποπτείας της εθνικής τους ασφαλείας, κι όχι απλά ως ζώνες άσκησης κάποιων ολίγων κυριαρχικών δικαιωμάτων τους που η Σύμβαση του ’82 προβλέπει, ενώ ανάλογη συγχώνευση των ορίων δύο διαφορετικών κατά τη φύση τους θαλάσσιων ζωνών εφαρμόζουν έμπρακτα στη νομολογία τα διεθνή δικαιοδοτικά και διαιτητικά όργανα, καθορίζοντας τα κοινά πια όρια ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας ταυτόχρονα στις κρίσεις που εκφέρουν.

Η τάση άτυπης, απλοποιητικής ενοποίησης στη διαχείριση των τεσσάρων διαφορετικών θαλάσσιων ζωνών — χωρικής θάλασσας, συνορεύουσας ζώνης, ΑΟΖ, και υφαλοκρηπίδας — προκύπτει απ’ τα πράγματα, σαν συμφωνημένο υπονοούμενο μεταξύ των παράκτιων κρατών, και η Ελλάδα απομένει ως μοναδική περίπτωση παράκτιου κράτους στην υδρόγειο, πόσο μάλλον που είναι κατεξοχήν θαλάσσιο κράτος όσο είναι και χερσαίο, που δεν έχει ασκήσει αυτό το μονομερώς ασκούμενο δικαίωμα. Έτσι, παραμένει αναξιοποίητος ο ορυκτός πλούτος του βυθού των θαλασσών της, κι επειδή παρέρχεται η εποχή των ορυκτών καυσίμων, κλείνει το παράθυρο της ευκαιρίας μας.

Εάν ποτέ επεκτείνουμε τη χωρική μας θάλασσα στα 12 ν.μ. θα έχουμε προσέλθει στο διεθνές χωλάκι, όταν το πάρτυ θα έχει ήδη μεταφερθεί έξω στη βεράντα. Όπως έχω ξαναγράψει στην αρθρογραφία μου εδώ στο MeaCulpa.gr, η επέκταση της χωρικής μας θάλασσας στα 12 ν.μ. θα έλυνε εκ των πραγμάτων τα μείζονα ζητήματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων μέσα στο Αιγαίο που εγείρει μαξιμαλιστικά και αυξητικά η Άγκυρα, μετατρέποντας τις τουρκικές, καταχρηστικές αξιώσεις σε υποθέσεις συμβολικού χαρακτήρα, αφού λιγότερο από 10% του πελάγους θα προσφερόταν πλέον για οριοθέτηση έπειτα από διαπραγμάτευση με τη γείτονα.

Praeterea censeo να πάρουμε τις γαλλικές φρεγάτες Belharra και να ενταχθούμε στον νέο αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό, ο οποίος απομακρύνεται απ’ την Τουρκία και θέτει το Ισραήλ ως πυρήνα της δυτικής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.